Μενού Κλείσιμο

Κρεβατσούλης Μανώλης

Ο Mανώλης Κρεβατσούλης γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1963 στο Ρέθυμνο. Είναι Πολιτικός Μηχανικός Ε.Μ.Π. και δραστηριοποιείται ως Επιχειρηματίας με αντικείμενο τις μελέτες, τις επιβλέψεις και τις κατασκευές κατοικιών και τεχνικών έργων διατηρώντας ένα από τα μεγαλύτερα τεχνικά γραφεία στο Ρέθυμνο. Παράλληλα έχει συστήσει εταιρεία με την επωνυμία  «ΘΩΡΑΞ», αντισεισμικοί θώρακες Κρήτης Α.Ε. η οποία βρίσκεται στο 2ο χιλιόμετρο Νέας Εθνικής οδού Ρεθύμνου – Χανίων, στο Ατσιπόπουλο Ρεθύμνου .

Οι ρίζες της οικογένειας του βιογραφούμενου είναι από το Ρέθυμνο. Ο παππούς του, Μιχαήλ και η γιαγιά του, Ειρήνη, γεννήθηκαν στην Κάλυβο Μυλοποτάμου,  ένα ορεινό χωριό στους πρόποδες του Ψηλορείτη, στην Κρήτη. Απέκτησαν πέντε παιδιά, τέσσερα αγόρια και ένα κορίτσι, τον Εμμανουήλ, τον Χρήστο, τον Νικόλαο, τον Γιώργο και τη Μαρία. Ο Χρήστος πέθανε στον πόλεμο, και ο Μανώλης λίγο αργότερα, όπως και ο παππούς Μιχάλης. Ο αδελφός τους Νικόλαος για να τιμήσει τους αδικοχαμένους αδελφούς του έδωσε στους δικούς του γιους τα ονόματα Εμμανουήλ και Χρήστος. Ο παππούς του βιογραφούμενου ασχολήθηκε με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Χάθηκε σε ηλικία εβδομήντα ετών.

Ο Νικόλαος, ο πατέρας του Μανώλη, γεννήθηκε το 1917 και απεβίωσε το 2001. Ήταν αγρότης, κτηματίας, ένας από τους πιο δραστήριους αγρότες του Ρεθύμνου. Ήταν ο πρώτος που έκανε ιδιωτικές γεωτρήσεις, για να ποτίζονται τα κτήματα. Υπήρξε πρόεδρος του χωριού Πρίνος Μυλοποτάμου επί σειρά ετών, με πολύ έντονη δραστηριότητα. Είχε επικηρυχθεί από τους Γερμανούς και υπήρξε φυγόδικος για τρία χρόνια. Έλεγε χαρακτηριστικά ότι είχαν περάσει εξήντα ημέρες συνεχόμενες, που είχε να κοιμηθεί στο ίδιο κρεβάτι. Έλαβε μέρος στον Ελληνογερμανικό πόλεμο, στην Αλβανία, όπου είχε τραυματιστεί και στη συνέχεια ήρθε στην Κρήτη, όπου πολέμησε λυσσαλέα κατά των Γερμανών και επικηρύχτηκε. Παρά το ότι είχε ελάχιστες γνώσεις, διακρινόταν από ευρύτητα  πνεύματος και υψηλή αντίληψη. Ήταν πολύ κοινωνικός, παρά τα δύσκολα χρόνια που έζησε. Ήταν πολύ φιλόξενος και αγαπητός σε όλους. Έλεγε ότι το φαγητό δεν κάνει καλό, όταν τρώει κάποιος μόνος του γι’ αυτό είχε πάντα καλεσμένους στο σπίτι του. Δεν του άρεσε να μιλάει ποτέ για τον εαυτό του. Το μόνο που διηγούνταν στα παιδιά του ήταν για την περίοδο που έπεσαν οι αλεξιπτωτιστές στο Λατζιμά. Υπάρχουν ακόμα στο σπίτι του διάφορα αντικείμενα από τους Γερμανούς, τα οποία ανήκαν στους αλεξιπτωτιστές. Ήταν αυτός που έχτισε την πρώτη πολυκατοικία στο Ρέθυμνο, με δέκα διαμερίσματα, τα οποία μοίρασε στα παιδιά του, για να είναι όλα μαζί και αγαπημένα. Παντρεύτηκε την Ειρήνη Κιαγιά, η οποία γεννήθηκε το 1936 στον Πρίνο Μυλοποτάμου, από τον Κυριάκο και την Ουρανία.

Ο παππούς του βιογραφούμενου, από τη μεριά της μητέρας του,  Κυριάκος, γεννήθηκε στα Λιβάδια, όπως και η γιαγιά του, αλλά έφυγαν σε μικρή ηλικία από τους πέτρινους όγκους του Ψηλορείτη και κατέβηκαν στην πεδιάδα. Ασχολήθηκαν με αγροτοκτηνοτροφικές εργασίες. Ο παππούς του είχε λάβει μέρος στον Μικρασιατικό πόλεμο. Έκανε στρατιώτης έντεκα χρόνια και για επτά χρόνια ήταν αιχμάλωτος στην Τουρκία. Με τη γιαγιά του Μανώλη απέκτησαν πέντε παιδιά, τον Γιάννη, τον Λευτέρη, τον Σταύρο, την Ειρήνη, μητέρα του βιογραφούμενου, και την Ελένη. Η μητέρα της Ειρήνης ήταν μια γυναίκα με λίγες γραμματικές γνώσεις, ωστόσο όμως  ήξερε άριστα μαθηματικά και βοηθούσε τα παιδιά της σε όλο το δημοτικό σχολείο. Ο Μανώλης λέει, ότι του μετέδωσε την αγάπη για τα μαθηματικά. Έλεγε ότι είναι προτιμότερο να έχει κάποιος τις γνώσεις των αριθμών παρά τις γνώσεις των λέξεων. Η μητέρα του ήταν εξίσου φιλόξενη με τον πατέρα του και ήταν γι’ αυτήν πάντα χαρά να φιλοξενεί κόσμο στο σπίτι της, παρά τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες της εποχής.

Η μητέρα του Μανώλη, Ειρήνη, αρραβωνιάστηκε στα δεκαπέντε της χρόνια και παντρεύτηκε  στα δεκαεπτά της με τον πατέρα του. Απέκτησαν τέσσερα παιδιά, την Ελένη, την Ειρήνη, τον Χρήστο και τον Μανώλη. Η Ελένη γεννήθηκε το 1957. Ζει στο Ρέθυμνο. Είναι επιχειρηματίας, διευθυντής του ξενοδοχείου «Αρχιπέλαγος». Είναι παντρεμένη με τον Στέλιο Λιοδάκη, ο οποίος είναι καθηγητής Ε.Μ.Π., χημικός. Έχουν δύο παιδιά, τον Μανώλη και την Ειρήνη. Ο Μανώλης και η Ειρήνη, πτυχιούχοι της Ιατρικής Σχολής Αθηνών και  παιδιά με υψηλό δείκτη νοημοσύνης, έκαναν την ειδικότητα τους στη Γερμανία καθώς και τη μεταπτυχιακή τους εργασία. Ο Μανώλης Λιοδάκης έγινε ορθοπεδικός και στα είκοσι εννέα του χρόνια έγινε καθηγητής σε Πανεπιστήμιο της Γερμανίας, ενώ τώρα είναι καθηγητής Πανεπιστημίου στον Καναδά. Θεωρεί υποχρέωσή του να επιστρέψει στην Ελλάδα, γιατί γνωρίζει ότι πρέπει ο καθένας να βοηθάει τον τόπο του και από τη δική του θέση. Η Ειρήνη Λιοδάκη κάνει μεταπτυχιακό στην Πλαστική Ιατρική στη Γερμανία.

Η Ειρήνη Κρεβατσούλη, αδελφή του Μανώλη, γεννήθηκε το 1958. Ζει στο Ρέθυμνο. Είναι παντρεμένη με τον Νίκο Κατσογριδάκη, ο οποίος είναι επιχειρηματίας. Έχουν αποκτήσει δύο κόρες, την Αριστέα, η οποία τελειώνει Αρχιτεκτονική στην Αγγλία και τη Νικολέτα, η οποία είναι απόφοιτη Λυκείου.

Ο Χρήστος Κρεβατσούλης γεννήθηκε το 1959. Είναι επιχειρηματίας και ζει στο Ρέθυμνο. Δραστηριοποιείται στον τομέα των αυτοκινήτων και των οικοδομών. Είναι παντρεμένος με την Ελένη Θυμιατζή. Έχουν αποκτήσει δύο παιδιά, τον Νίκο και την Ειρήνη. Ο Νίκος τελείωσε τις σπουδές του ως Πολιτικός Μηχανικός και η Ειρήνη είναι Μηχανικός Παραγωγής  και Διοίκησης στα Χανιά.

Ο Μανώλης Κρεβατσούλης γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου του 1963 στο Ρέθυμνο. Φοίτησε  στο δημοτικό σχολείο Πρίνου, που βρίσκεται 15 χιλιόμετρα ανατολικά από την πόλη του  Ρεθύμνου. Γυμνάσιο και Λύκειο πήγε στο Ρέθυμνο. Πάντα ήθελε να γίνει Πολιτικός Μηχανικός. Πέρασε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Από το πρώτο έτος, με τον θεσμό της ανταλλαγής φοιτητών, εξαιτίας της ένταξης της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είχε τη δυνατότητα να σπουδάσει εκτός Ελλάδος και επέλεξε την Γερμανία. Έτσι πήγε στο Δυτικό Βερολίνο για τρία χρόνια όπου και σπούδασε στο εκεί Πολυτεχνείο. Τα δύο τελευταία χρόνια έπρεπε να φοιτήσει στην Ελλάδα και έτσι επέστρεψε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο όπου και ολοκλήρωσε τις σπουδές του. Γνωρίζει πολύ καλά Γερμανικά και μέχρι σήμερα διαβάζει ιδιαίτερα τα γερμανικά τεχνικά περιοδικά, τα οποία έχουν και το προβάδισμα στα περισσότερα τεχνικά θέματα και ιδιαίτερα στο επάγγελμα του Πολιτικού Μηχανικού, που έχει σχέση με μηχανήματα και μέταλλα. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία ως έφεδρος αξιωματικός στην Αλεξανδρούπολη για είκοσι τέσσερις μήνες και απολύθηκε με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού.         Αμέσως μετά, το 1989 ξεκίνησε τη δική του επαγγελματική σταδιοδρομία, ανοίγοντας Τεχνικό Γραφείο στο Ρέθυμνο, με αντικείμενο εργασίας τις οικοδομικές άδειες, την μελέτη και επίβλεψη κατοικιών και πολυκατοικιών, ξενοδοχείων και ειδικών έργων.

Η ενασχόλησή του με την αντισεισμικότητα των κτιρίων τον οδήγησε μαζί με τον καθοδηγητή του Απόστολο Κωνσταντινίδη, στην κατασκευή του αντισεισμικού θώρακα, η οποία πατενταρίστηκε από τον τελευταίο. Ο Απόστολος Κωνσταντινίδης είναι πολιτικός Μηχανικός και συγγραφέας βιβλίων με θέματα σχετικά με την επιστήμη του Πολιτικού Μηχανικού. Ο Μανώλης Κρεβατσούλης  πήρε την αντιπροσωπεία της Κρήτης και αμέσως κατασκεύασε το εργοστάσιο με αποκλειστικότητα την Κρήτη και τα διπλανά νησιά για την παραγωγή και την προώθηση των προϊόντων. Η εταιρεία αυτή υφίσταται μέχρι σήμερα, με πολύ καλά αποτελέσματα.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα με έντονη σεισμική δραστηριότητα. Η χώρα μας είναι από τις πιο σεισμογενείς χώρες του κόσμου. Είναι φυσικό, λοιπόν, το πρώτο μέλημα στο χτίσιμο ή στην αγορά ενός σπιτιού να είναι η αντισεισμική του προστασία. Μελετώντας τα αίτια της κατάρρευσης οικοδομών κατά τη διάρκεια σεισμών, οι επιστήμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ένας από τους πιο κρίσιμους παράγοντες για την αντισεισμική προστασία ενός κτιρίου είναι ο οπλισμός του σκυροδέματος (τα «σίδερα») και ιδιαίτερα οι συνδετήρες (τα «τσέρκια»). Διαπίστωσαν, μάλιστα, ότι ρόλο δεν παίζει μόνο η ποσότητα ή η ποιότητα του οπλισμού αλλά και ο τρόπος τοποθέτησης του. Ακόμα και σε κτίρια με πολλά και χοντρά σίδερα, τα ακατάλληλα ή λάθος τοποθετημένα τσέρκια στάθηκαν μοιραία.

Οι ισχυροί σεισμοί που δοκιμάζουν τον ελληνικό χώρο, απαιτούν υψηλή ποιότητα χάλυβα και αυστηρές προδιαγραφές οπλισμένου σκυροδέματος που οι καινούριοι κανονισμοί το προβλέπουν και το επιβάλουν. Ο οπλισμός του σκυροδέματος, σύνθεση  χαλύβδινων ράβδων και συνδετήρων, παρουσιάζει πολλές δυσκολίες στην ακρίβεια της τοποθέτησης και της σύνδεσης μεταξύ τους, πράγμα που καθορίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό την αντοχή της κατασκευής. Οι απαιτήσεις αυτές ώθησαν στην έρευνα νέων τρόπων σύνδεσης και την μελέτη, την τυποποίηση και την βιομηχανοποίηση ενός νέου είδους όπλισης με ατέρμονες, ανελισσόμενους σπειροειδείς συνδετήρες, τους αντισεισμικούς θώρακες. Κατά τη διάρκεια του σεισμού ασκούνται υψηλές εντάσεις, σε ορισμένα από τα στοιχεία του σκελετού, με αποτέλεσμα να μεταφέρονται πολύ υψηλές θλιπτικές δυνάμεις τόσο στο σκυρόδεμα,  όσο και στις ράβδους του οπλισμού. Οι δυνάμεις αυτές «αναγκάζουν» το σκυρόδεμα να διογκωθεί πλευρικά και τις ράβδους του οπλισμού να λυγίσουν. Αυτό συμβαίνει επειδή το μέτρο ελαστικότητας τους, στο επίπεδο αυτής της υψηλής έντασης, έχει μειωθεί δραστικά. Και οι δύο αυτοί παράγοντες σεισμικής αστοχίας αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά μόνο με την ύπαρξη πυκνών και σωστά τοποθετημένων συνδετήρων, πράγμα που αυξάνει τη δυσκολία και το κόστος τοποθέτησης.                                            Γενικά τόσο οι δοκοί, όσο και τα υποστυλώματα, κατά τη διάρκεια ενός ισχυρού σεισμού, αστοχούν με άνοιγμα των συνδετήρων. Αν μάλιστα δεν είναι καλά κλειστοί, τότε ανοίγουν ακόμη και σε μικρής έντασης σεισμούς. Όλη η τέχνη της τοποθέτησης του οπλισμού, επομένως και το κόστος εργασίας, εξαρτάται από τη σωστή κατασκευή και την ορθή τοποθέτηση των συνδετήρων. Ο Νέος Αντισεισμικός Κανονισμός επιβάλλει πυκνούς συνδετήρες σύνθεσης. Για να καλυφθούν οι απαιτήσεις του Νέου Κανονισμού χρειάζεται υψηλή τεχνική, υψηλό αίσθημα ευθύνης των μηχανικών, ξεχωριστή ικανότητα των σιδεράδων, αλλά πάνω απ’ όλα μια διαφορετική αντίληψη της ποιότητας και της ασφάλειας από μεριάς του ιδιοκτήτη. Οι αντισεισμικοί θώρακες ανταποκρίνονται στις υψηλότερες απαιτήσεις ποιότητας και ασφάλειας των οικοδομών. Πριν από όλα παρουσιάζουν τη μέγιστη αντοχή σε σεισμό. Οι κυκλικοί σπειροειδείς συνδετήρες χρησιμοποιούνται σε όλο τον κόσμο εδώ και δεκαετίες, σε υποστυλώματα που έχουν ανάγκη υψηλής αντοχής.

Οι αντισεισμικοί θώρακες όχι μόνο λύνουν το πρόβλημα της κατασκευής με απόλυτη ακρίβεια, λόγω βιομηχανικής κατασκευής, αλλά και εξασφαλίζουν τη γρήγορη και ορθή τοποθέτηση του οπλισμού των συνδετήρων. Κυρίως, όμως, δημιουργούν ένα τέλεια περισφιγμένο υποστύλωμα, απόλυτα πλάστιμο, με δυνατότητα ανάληψης τεράστιας έντασης. Όπως είναι γνωστό, σε κάθε μηχανικό, υπάρχει ανάγκη αγκύρωσης όλων εκείνων των ράβδων και των συνδετήρων που διακόπτονται υποχρεωτικά σε σημεία τα οποία βρίσκονται σε έντασης. Ο αντισεισμικός θώρακας δημιουργείται από μια ενιαία ράβδο που ανελίσσεται χωρίς διακοπή, για αυτό και δεν έχει ανάγκη αγκύρωσης ή αλλιώς έχει την απόλυτη αγκύρωση. Στους κοινούς συνδετήρες η αγκύρωση γίνεται στη μία γωνία με τα άγκιστρα κλειστά με γωνία 135 μοίρες.                                                                     Επειδή ο θώρακας παράγεται κλειστός (συνεπτυγμένος), μεταφέρεται εύκολα και με ασφάλεια στην κεφαλή του ξυλοτύπου από όπου φαίνεται να ολισθήσει με τη βαρύτητα στον ξυλότυπο, ενώ χρειάζεται πολύ μικρή δύναμη για να μπει στη θέση του. Το βάρος του θώρακα των περισσότερων υποστυλωμάτων είναι μικρότερο των 40 Kgr και μπορεί να μεταφερθεί από έναν μόνο άνθρωπο. Σε πιο απαιτητικά υποστυλώματα μπορεί να μεταφέρεται από δύο ανθρώπους (εκτός βέβαια από την περίπτωση χρησιμοποίησης μόνιμου γερανού που η μεταφορά γίνεται μηχανικά) ή να εκτίθεται από δύο ή περισσότερα τεμάχια τα οποία μάλιστα μπορούν να είναι διαφορετικής διαμέτρου και σχήματος. Σημαντική επίσης είναι και η οικονομία σε χάλυβα, έξοδα μεταφοράς και στο εργατικό κόστος.

Οι προδιαγραφές του Αντισεισμικού Κανονισμού που καλύπτουν οι αντισεισμικοί θώρακες είναι ενσωματωμένες στο ίδιο αυτό το προϊόν το οποίο παράγεται εξολοκλήρου βιομηχανικά, δεν εξαρτάται επομένως από την ικανότητα του τυχαίου τεχνίτη, από τα εργαλεία που διαθέτει, από τη γνώση ή από την όρεξη που διαθέτει. Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η βιομηχανοποίηση της παραγωγής αντισεισμικών θωράκων συνίσταται σε μία και μόνο μετατροπή των ράβδων οπλισμού από τη μορφή κουλούρας στο τεχνικό προϊόν. Η μετατροπή γίνεται από εξαιρετικά προηγμένης τεχνολογίας CNC μηχανές. Υπάρχει έτσι η δυνατότητα ενός μεγάλου άλματος στη χώρα μας στο θέμα της βιομηχανοποίησης του οπλισμού.                    Ο Αντισεισμικός Οπλισμός ΘΩΡΑΞ, σε αντίθεση με τους κοινούς συνδετήρες, έχει μορφή σπείρας, αποτελείται δηλαδή από ένα μονοκόμματο και πανίσχυρο σίδερο που αγκαλιάζει σφιχτά την κολόνα από τη μια άκρη στην άλλη, χωρίς να διακόπτεται σε κανένα σημείο του. Έτσι, ο νέος Αντισεισμικός Οπλισμός ΘΩΡΑΞ είναι από τη φύση του, σημαντικά ανθεκτικότερος σε ισχυρούς σεισμούς. Ο νέος Αντισεισμικός Οπλισμός ΘΩΡΑΞ υπερισχύει εντυπωσιακά σε κάθε σύγκριση, σύμφωνα με τεστ που έκανε το Πολυτεχνείο. Ο ΘΩΡΑΞ υπερέχει στην απορρόφηση ενέργειας. Ο ΘΩΡΑΞ απορρόφησε κατά 50% περισσότερη σεισμική ενέργεια από τα «τσέρκια»/ «συνδετήρες στο χέρι» και κατά 100% τους «Μανδύες»/ «αναδιπλωμένα πλέγματα». Η μείωση της αντοχής του ΘΩΡΑΞ μετά τον σεισμό ήταν κατά 50% μικρότερη από τα «τσέρκια»/ «συνδετήρες στο χέρι» και κατά 100% μικρότερη από τους «Μανδύες»/ «αναδιπλωμένα πλέγματα». Τα τεστ πραγματοποιήθηκαν από το Εργαστήριο Οπλισμένου Σκυροδέματος του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου το 1998. Συγκρίθηκαν ο νέος Αντισεισμικός Οπλισμός ΘΩΡΑΞ και οι κοινοί οπλισμοί «Συνδετήρες στο χέρι – Τσέρκια» και «Αναδιπλωμένα Πλέγματα – Μανδύες», σε ίσης έντασης σεισμό.

Ως μηχανικός, ο Μανώλης Κρεβατσούλης,  θεωρεί ότι η επανάσταση στην οικοδομή, σε ότι αφορά τόσο την αντοχή όσο και τη μείωση κόστους, θα είναι η βιομηχανοποίηση του οπλισμού, η οποία μπορεί να εφαρμοστεί από τον αντισεισμικό θώρακα, όπου το τσέρκι, ο συνδετήρας δηλαδή, πρακτική πολλών δεκαετιών, παράγεται πλέον στη βιομηχανία με την ακρίβεια ηλεκτρονικών υπολογιστών και μηχανών CNC με μείωση κόστους, προσεγμένη ασφάλεια προσωπικού και ταχύτητα, αλλά και με χαμηλότερο κοστολόγιο. Με το ίδιο αντικείμενο έχουν δραστηριοποιηθεί  και άλλες εταιρείες  στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη.

Παράλληλα με τους αντισεισμικούς θώρακες, στο διάστημα αυτό, ο βιογραφούμενος συμμετείχε στη συγγραφή δύο βιβλίων με θέμα τα κτιριακά έργα, μαζί με τον Απόστολο Κωνσταντινίδη και τον Γιάννη Λυράκη. Τα βιβλία αυτά διδάσκονται σε όλα τα ΤΕΙ της Ελλάδας, στον τομέα των κατασκευών. Το βιβλίο εκδόθηκε από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων και αντικατέστησε το αντίστοιχο βιβλίο  του Ευγενίδιου Ιδρύματος. Το βιβλίο επιλέχθηκε, γιατί είναι σύντομο, περιεκτικό και κατανοητό από τους φοιτητές.                                             Εξαιτίας της αγάπης του Μανώλη Κρεβατσούλη στο αντικείμενο αυτό, το επόμενο βήμα, ήταν η εταιρεία κατασκευής σκυροδέματος να έχει την ποιότητα που απαιτούσε για τις δικές του κατασκευές, και για όλους τους πελάτες. Το 2002 ίδρυσε την εταιρεία «Μπετοδομή», μαζί με τον αδερφό του, Χρήστο, η οποία υπάρχει ακόμα σήμερα και παρά τις αντίξοες συνθήκες στον τομέα της κατασκευής, συνεχίζει να παραμένει ενεργή στο χώρο. Παράλληλα είχε και άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες, όπως η κατασκευή ιδιωτικών ΚΤΕΟ, πρατήριο υγρών καυσίμων, με τον αδερφό του τον Χρήστο, που αποτελούσε και επιθυμία του πατέρα τους.                    Σταθμός στη ζωή του  Μανώλη Κρεβατσούλη υπήρξε ο παπά-Βαγγέλης Δερμιτζάκης, ο παπάς της ενορίας Πρίνου, ο οποίος, αφού τον συνάντησε μια ημέρα του είπε, ότι ήθελε να  του δείξει κάτι που θα επηρέαζε  τη ζωή του. Αυτό συνέβη το 1994. Του έδειξε το ξωκκλήσι του Αγίου Αντωνίου, ερειπωμένο, κάτω από έναν βράχο. Το ξωκλήσι χρησιμοποιούνταν επί σειρά ετών ως μαντρί, γιατί απ’ αυτό  είχε απομείνει μόνο ένας τοίχος. Ο βράχος υπήρχε από την 17η Ιανουαρίου κάποιου έτους, κατά τα λόγια του παπά, ημέρα  εορτής του Αγίου Αντωνίου. Έμειναν στην εκκλησία για δύο ώρες, χωρίς να μιλάνε. Έπειτα έφυγαν και αποχαιρετίστηκαν, χωρίς να πουν τίποτα. Ο Μανώλης Κρεβατσούλης θεώρησε υποχρέωση της ζωής του στον χώρο αυτόν να αναγείρει τον Ιερό Ναό του Αγίου Αντωνίου. Αμέσως μαζί με τον παπά- Βαγγέλη, ξεκίνησαν τα έργα  και ολοκληρώθηκαν σε δύο χρόνια. Από τότε εκεί γίνεται η λειτουργία την ημέρα των Χριστουγέννων, του Αγίου Αντωνίου, καθώς και κάποιες ακόμα ακολουθίες. Έπειτα από αρκετά χρόνια, σε μια συζήτηση του βιογραφούμενου με τον παπά Βαγγέλη, ο οποίος επέβλεπε από μακριά το έργο της αποκατάστασης του ναού, του είπε ότι όταν ο Χριστός τελέσει μια λειτουργία στη γη, θα γίνει σ’ ένα τέτοιο ξωκκλήσι. Έκτοτε  θεωρεί τον Άγιο Αντώνιο προστάτη της οικογένειάς του.

Επειδή στην οικογένειά του υπήρχε πάντοτε η ενασχόληση με τα κοινά, ο βιογραφούμενος από την ημέρα που τελείωσε το Πολυτεχνείο, υπηρέτησε τεχνικός σύμβουλος στα εκάστοτε συμβούλια. Το 2002 μετείχε στις εκλογές και θήτευσε ως Αντιδήμαρχος Ρεθύμνου το 2005 και το 2006, με ειδικότητα στα τεχνικά και κυκλοφοριακά θέματα. Εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για τα κοινά και πολλές φορές δίνει το δυναμικό παρόν σε θέματα τα οποία άπτονται των τεχνικών έργων του δήμου, καθώς και θεμάτων του τεχνικού επιμελητηρίου. Το 2006 επανεξελέγη, ενώ από το 2010 απέχει από την ενεργό πολιτική,  λόγω των δύσκολων συνθηκών, που επηρεάζουν τις επιχειρήσεις του. Πιστεύει  ότι δεν πρέπει να αφήσει να καταστραφούν μόχθοι ετών και επιχειρήσεις πολλών ετών να καταρρεύσουν  σαν «χάρτινοι πύργοι».

Ο Μανώλης Κρεβατσούλης είναι εργασιομανής. Εργάζεται δώδεκα ώρες καθημερινά και τον υπόλοιπο χρόνο του τον αφιερώνει στην οικογένειά του και στους φίλους του. Παντρεύτηκε το 1997, με την Αλεξάνδρα Θεοχάρη, η οποία γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Είναι Καθηγήτρια Αγγλικής γλώσσας. Εργάζεται ως Εκπαιδευτικός στο 7ο Δημοτικό Σχολείο Ρεθύμνου. Έχουν αποκτήσει τέσσερα παιδιά, δύο κόρες και δύο γιους, την Ειρήνη, η οποία γεννήθηκε το 1999, τη Μαριάννα, η οποία γεννήθηκε το 2000, τον Νίκο, ο οποίος γεννήθηκε το 2004 και τον Βασίλη, ο οποίος γεννήθηκε το 2012. Ο βιογραφούμενος αγαπά πολύ τον τόπο του, το Ρέθυμνο, και είναι το ίδιο φιλόξενος, όπως και οι γονείς του. Είναι πολύ δραστήριος και παλεύει κόντρα στο ρεύμα. Εύχεται να είναι υγιής, για να μπορέσει να δημιουργήσει και άλλες επιχειρήσεις.

Στο σημείο αυτό αξίζει να πούμε λίγα λόγια για το Ρέθυμνο που είναι η γενέτειρα του Μανώλη Κρεβατσούλη και η πόλη που αγαπά. Το Ρέθυμνο είναι πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού της Κρήτης και έδρα του μητροπολιτικού ομώνυμου Δήμου της περιφέρειας Κρήτης. Εμφανίζει μεγάλη τουριστική κίνηση κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, ενώ οι 2.500 και πλέον ενεργοί φοιτητές καθιστούν την πόλη ιδιαίτερα ζωντανή κατά την υπόλοιπη περίοδο του χρόνου. Ο πληθυσμός της πόλης ανέρχεται σε 28.987 κατοίκους (απογραφή 2001). Είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Κρήτης μετά το Ηράκλειο και τα Χανιά. Η σημερινή πόλη είναι χτισμένη στην ίδια θέση με την αρχαία Ρίθυμνα ή Ρήθυμνα ή Ριθυμνία. Μαρτυρίες για την ύπαρξη της πόλης υπάρχουν από τον 5ο – 4ο αι. π.Χ. και είναι κυρίως τα αργυρά και χάλκινα νομίσματα, τα οποία έφεραν στη μια όψη την κεφαλή του Απόλλωνα ή της Αθηνάς, και στην άλλη τρίαινα ή δύο δελφίνια ή αίγα. Από την κοπή των νομισμάτων αυτών φαίνεται ότι η πόλη ήταν ανεπτυγμένη με αξιόλογο εμπόριο. Η περίοδος της Ενετοκρατίας, φτάνει μέχρι το 1669. Οι Ενετοί αρχικά εξεδίωξαν τους Γενουάτες του Ενρίκο Πεσκατόρε και εγκαταστάθηκαν στο νησί.

Μετά την απελευθέρωση η πόλη άρχισε να αναπτύσσεται εκ νέου τόσο οικιστικά, όσο και πνευματικά. Σημαντική ώθηση της προσέδωσε η εγκατάσταση της Φιλοσοφικής Σχολής και της Σχολής Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης με περίπου 2.500 φοιτητές και η δημιουργία της Πανεπιστημιακής Βιβλιοθήκης που λειτουργεί σήμερα στην πανεπιστημιούπολη στον οικισμό Γάλλου. Σήμερα το Ρέθυμνο είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Κρήτης με πληθυσμό περίπου 32.000 κατοίκων (απογραφή 2001). Η οικονομία της στηρίζεται στον τουρισμό, καθόσον υπάρχουν πολλά αξιοθέατα, μεγάλη αμμώδης παραλία και ισχυρή ξενοδοχειακή υποδομή. Συγκοινωνιακά η πόλη εξυπηρετείται οδικά με σύνδεση με το Ηράκλειο και τα Χανιά μέσω του μέτριου Εθνικού δρόμου Ε 75, ενώ έχει και επαρχιακό σχετικά καλό οδικό δίκτυο, με το οποίο συνδέεται με όλες τις περιοχές του Νομού. Διαθέτει, επίσης, νέο, σύγχρονο λιμένα. Δεν έχει αεροδρόμιο. Ο νομός Ρεθύμνου ως τμήμα της Κρήτης ανήκει στη μεσογειακή κλιματολογική ζώνη το κλίμα της οποίας χαρακτηρίζεται ως εύκρατο. Ο χειμώνας είναι ήπιος και υγρός με αρκετές βροχοπτώσεις και χιόνια στα ορεινά. Η χιονόπτωση είναι σπάνια στις πεδινές περιοχές, αλλά αρκετά συχνή στις ορεινές. Γενικά η ατμόσφαιρα είναι αρκετά υγρή, ανάλογα με την εγγύτητα στη θάλασσα. Στα νότια του Νομού Ρεθύμνου, η θερμοκρασία είναι υψηλότερη.                                                                                                 Το διαμάντι του Ρεθύμνου είναι οι παραλίες του. Η πόλη επενδύει ιδιαίτερα στον τουρισμό, κλασσικό και εναλλακτικό, διαθέτει μεγάλο δίκτυο ξενοδοχειακών μονάδων και προσφέρεται για συνεδριακό τουρισμό, αγροτουρισμό, για τουρισμό με ποδήλατα, ορειβατικό τουρισμό και θαλάσσια σπορ. Θα μπορούσε να αναπτυχθεί και ο θρησκευτικός τουρισμός, λαμβάνοντας υπόψη, ότι στην Παλιά πόλη του Ρεθύμνου βρίσκονται οι εξής ιεροί ναοί: Εισόδια της Θεοτόκου (Μεγάλη Παναγία, Μητρόπολη), Αγία Βαρβάρα, Άγιος Αντώνιος, Άγιοι Απόστολοι (προσκύνημα), Κυρία των Αγγέλων (Μικρή Παναγία), Άγιος Γεώργιος (Γρότα), Αγία Αικατερίνη, Άγιοι Θεόδωροι, Άγιος Σπυρίδων, Τέσσερις Μάρτυρες. Μάλιστα, η Ιερά Μητρόπολις Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου αποτελεί επαρχία του Θρόνου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης.                                                                                      Το Ρέθυμνο είναι μια μικρή και όμορφη πόλη των γραμμάτων και των τεχνών. Έχει ιστορία (Αρκάδι), αρχαιολογία με πολλούς αρχαιολογικούς χώρους, μνημεία, μοναστήρια, θρησκευτικά στοιχεία, φυσικές καλλονές, όπως φαράγγια, λίμνες και ένα εξαιρετικό φυτικό περιβάλλον, ιδιαίτερα στη νότια Κρήτη, όπου η οικοδομική δραστηριότητα είναι πολύ μικρότερη. Το Ρέθυμνο είναι ένας μεγάλος δήμος που έχει εκατόν πέντε χωριά με ξέχωρες ανάγκες, προβλήματα, αλλά και φυσικά πλεονεκτήματα, ανθρώπους με ξεχωριστές αρετές, επιστήμονες που έχουν ξεχωρίσει στην Ελλάδα σε όλους τους τομείς, ανθρώπους με τη γνήσια λεβεντιά των Κρητικών, το λόγο τιμής ο οποίος ήταν συμβόλαιο, για αυτό μέχρι το 1970 δεν υπήρχαν συμβόλαια. Η φιλοξενία σε όλο το Ρέθυμνο δεδομένη, πράγμα το οποίο ανέβασε τον τουρισμό. Μεγάλο πλεονέκτημα του τόπου είναι οι πανέμορφες παραλίες, τα υπέροχα όρη του Ψηλορείτη και του Βρύσινα.

Η φιλοξενία των Ρεθυμνιωτών είναι ξακουστή. Θα μπορούσε να αναπτύξει και πολύ καλό θρησκευτικό τουρισμό, λαμβάνοντας υπόψη τις πολλές εκκλησίες που έχουν και ιδιαίτερα τον 14ο αιώνα, τα πανέμορφα μοναστήρια, όπως της Αγίας Ειρήνης, του Σωτήρος Χριστού και το αιώνιο σύμβολο το Αρκάδι.