Μενού Κλείσιμο

Νικηφοράκη Γεωργία

Η Γεωργία Νικηφοράκη γεννήθηκε στη Δρακόνα Κεραμειών του νομού Χανίων το 1956. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Πανεπιστημίου της Φλωρεντίας στην Ιταλία από το 1975 έως το 1980, οπότε και αποφοίτησε με βαθμό πτυχίου «Άριστα».

Ο πατέρας της, Εμμανουήλ Τριλυράκης, γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1927 στο Γερολάκκο (Ιερός Λάκκος) από τον Γεώργιο Τριλυράκη και τη Μαρία, το γένος Μαζανάκη. Ο πατέρας του έδωσε το παιδί για υιοθεσία στον Ιωάννη και τη Στυλιανή Νικηφοράκη, το γένος Τραχαλάκη, στη Δρακόνα. Οι φυσικοί του γονείς είχαν μια πολύτεκνη οικογένεια με δέκα παιδιά. Έτσι, ο Εμμανουήλ Τριλυράκης πήρε το επώνυμο των θετών γονέων και έγινε Εμμανουήλ Νικηφοράκης. Πάντοτε όμως, σε όλη του τη ζωή, έφερε το παρατσούκλι «Τζανέρης», το οποίο ήταν και το «παρατσούκλι» του βιολογικού του πατέρα, που το κληρονόμησαν και τα πέντε παιδιά του. Το έφερε δε, με μεγάλη υπερηφάνεια. Ο Εμμανουήλ, έφυγε από τη ζωή το 2010.

Η μητέρα της Ειρήνη, το γένος Δημητρουλάκη, γεννήθηκε στη Δρακόνα το 1932 από τον Νικόλαο Δημητρουλάκη (σε δεύτερο γάμο) και τη Στυλιανή, το γένος Τσοντάκη από την Αράδαινα Σφακίων. Έμεινε ορφανή από πατέρα σε ηλικία τεσσάρων ετών. Ήταν το δεύτερο παιδί της μητέρας της, αλλά το πρώτο κορίτσι. Τόσο η ίδια, όσο και ο μεγαλύτερος αδελφός της Γιάννης, έζησαν μια ιδιαίτερα σκληρή παιδική ηλικία, κατά τη διάρκεια του πολέμου. Τα μικρότερα αδέλφια της Ειρήνης ήταν η Μαρία και ο Μιχάλης. H Ειρήνη Δημητρουλάκη απεβίωσε το 2015.

Οι γονείς της βιογραφούμενης έφεραν στον κόσμο πέντε παιδιά· τη Γεωργία, τον Γιάννη, τον Μανώλη, τον Γιώργο και τη Στυλιανή.

Τα παιδικά της χρόνια, έως την ηλικία των 11, τα έζησε στη Δρακόνα Κεραμειών σε απόλυτα φυσικό περιβάλλον χωρίς ηλεκτρισμό. Αυτό της έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσει βιωματικά τις παραδόσεις, τις εργασίες και τις τεχνικές της υπαίθρου. Έτσι γεννήθηκε η βαθύτατη αγάπη της για τον τόπο και τη Λαϊκή-Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, στην οποία είναι προσηλωμένη πάντα. Η σκληρότητα της ζωής στο ημιορεινό αυτό χωριό και η αδικία που αισθανόταν ως γυναίκα από τις υπάρχουσες προκαταλήψεις την οδήγησαν, σε ηλικία πέντε περίπου ετών, να λάβει την απόφαση να σπουδάσει για να ζήσει μια πιο εύκολη ζωή από εκείνη που ζούσε η μητέρα της. Η ίδια ως παιδί είχε την ευθύνη των μικρότερων αδελφών της, αλλά κυρίως έβλεπε τη μητέρα της που ξεκινούσε τις δουλειές πριν να φωτίσει η μέρα και να τελειώνει πολύ μετά τη δύση του ηλίου. Αυτά τα χρόνια διαμορφώθηκαν και τα πρότυπα που θα ακολουθούσε αργότερα. Από τον πατέρα της κληρονόμησε την εξυπνάδα και την ευστροφία. Ο ίδιος είχε βιώσει μια πολύ σκληρή παιδική ηλικία σαν «ξένος» και όχι σαν «χωριανός». Είχε αγοράσει φορτηγό Δημοσίας Χρήσεως και ήταν οδηγός. Με αυτόν τον τρόπο μπορούσε να κινείται σε ένα ευρύτερο περιβάλλον, ενώ κατοικούσε στη Δρακόνα.

Από τη μητέρα της πήρε την εργατικότητα και τη μαχητικότητα που τη χαρακτηρίζουν. Εκτός από τη σκληρότητα της ζωής που η θετή γιαγιά μετέτρεπε και σε στοργή, της δινόταν η ευκαιρία να μάθει λεπτομέρειες της οικογενειακής ιστορίας, που σημείο αναφοράς είχαν συνήθως τον παππού Τζανέρη και τη γιαγιά Μαρία. Ο παππούς ήταν γνωστός ζωοκλέφτης -τότε που η ζωοκλοπή εθεωρείτο παλληκαριά στο τέλος της τουρκοκρατίας. Μια χανιώτικη εβδομαδιαία εφημερίδα, «Η ΑΛΗΘΕΙΑ», την εποχή του ΄60 δημοσίευε αντί για χρονογράφημα τις ιστορίες του παππού. Το κύριο γνώρισμα των ιστορημάτων αυτών ήταν η εξυπνάδα με την οποία αντιμετώπιζε την καθημερινότητα και τα γεγονότα που «δημιουργούσε» για να κάνει τη ζωή του ευχάριστη. Ο ίδιος είχε ήδη πεθάνει από τη δεκαετία του 1930.

Η βιολογική της γιαγιά, Μαρία, που ήταν τουλάχιστον 30 χρόνια νεότερη από τον άντρα της, μετέδωσε στα 50 περίπου εγγόνια της μερικά περιστατικά της ζωής του και ήταν η μορφή-αναφορά για τη Γεωργία. Όχι τόσο για αυτό που έκανε, όσο για τη στάση της απέναντι στη ζωή. Αναλάμβανε τις ευθύνες της έμπρακτα, χωρίς σχόλια και μεμψιμοιρίες και ήταν καλοπροαίρετη απέναντι σε όλα και σε όλους. Παράλληλα, με τις γνώσεις της βοηθούσε τους ανθρώπους, μια που ήταν μαία και θεραπεύτρια στα 14 χωριά των Κεραμειών. Δεν έτρωγε κρέας που ήταν κλεμμένο και είχε πίστη στην Παναγία. Όταν ήταν έγκυος στο έβδομο παιδί, είχε καρφώσει στο πιρούνι ένα κομμάτι (κλεμμένο) κρέας, διότι δεν είχε «καθαρό» στο σπίτι και όταν αισθανόταν εξάντληση, πήγαινε στη στάχτη που ήταν «καρφωμένο» ανάποδα το πιρούνι με το κρέας και το μύριζε.

Η Γεωργία στην έκτη δημοτικού ήρθε στα Χανιά με τη γιαγιά της τη Μαρία, με σκοπό να ξεκινήσει την εκμάθηση Αγγλικών, να προσαρμοστεί στη ζωή της πόλης και να προετοιμαστεί για τις εισαγωγικές εξετάσεις για το Γυμνάσιο. Τα χρόνια της εφηβείας, τα πέρασε μακριά από το πατρικό σπίτι. Έως την τρίτη Γυμνασίου ζούσε εναλλάξ με μια από τις δύο γιαγιάδες-μητέρες του πατέρα της. Τα τελευταία χρόνια του Γυμνασίου (Λυκείου) συγκατοίκησε με την Κυριακή Ντουνιαδάκη του Δημητρίου και της Μαρίας από το ίδιο χωριό. Από αυτήν τη συγκατοίκηση ξεκίνησε μια φιλία που εξελίχθηκε σε συνεργασία και διαρκεί μέχρι και σήμερα.

Στην Ιταλία πήγε τον Σεπτέμβρη του 1974, μετά τη δικτατορία. Τα Ιταλικά πανεπιστήμια ζούσαν στον απόηχο του Μάη του ΄68, αλλά και ιδιαίτερα η Αρχιτεκτονική Σχολή της Φλωρεντίας, της πόλης με τα 52 Μουσεία, με τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση που συναντά κανείς σε κάθε δρόμο και που είχαν ξεπεράσει κάθε προσδοκία της. Η ιστορία της Αρχιτεκτονικής διαβαζόταν ενώ έκανες τον περίπατό σου στην πόλη. Έζησε στο «παραμύθι» της Αρχιτεκτονικής για έξι χρόνια.

Ήρθε στα Χανιά, όπου εκπαιδεύτηκε στο γραφείο της Αρχιτέκτονος Κυριακής Καμπάνη-Σακελλαρίου για ένα χρόνο. Το 1984 έλαβε μέρος στην «Επιχείρηση Πολεοδομικής Ανασυγκρότησης» και στις προσπάθειες για την οργάνωση της επέκτασης των Σχεδίων Πόλης και των οικισμών που εισηγήθηκε ο τότε Υπουργός Χωροταξίας Οικισμών και Περιβάλλοντος, Αντώνης Τρίτσης.

Στην προσωπική της ζωή, η Γεωργία Νικηφοράκη παντρεύτηκε με τον Ευάγγελο Λάζαρη, ο οποίος είναι Λιθοξόος. Το 1981 ήταν υποψήφια Βουλευτής της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Ήταν υποψήφια για το Δημοτικό Συμβούλιο στον Δήμο Χανίων με το ανεξάρτητο αριστερό σχήμα «Κίνηση Ενεργών Πολιτών». Συμμετείχε πάντα στα κοινά και στις προσπάθειες των ανθρώπων και ιδιαίτερα των γυναικών, για έναν καλύτερο κόσμο. Την περίοδο 2005-2010, διετέλεσε Πρόεδρος του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων Χανίων και μέλος του συμβουλίου του ΚΑΜ (Κέντρο Αρχιτεκτονικής Μεσογείου). Την περίοδο 2010-2015 ήταν μέλος της Διοικούσας Επιτροπής του ΤΕΕ/ΤδΚ).

Στη μνήμη των προγόνων και των γονέων της, παραθέτει τρία τραγούδια που έγραψε ο πατέρας της και τα έχει δημοσιεύσει στο «Βιβλίο ενός Γέρου» που κυκλοφόρησε το 2009.

4ον – 1956

 

Σκοπός: Τον Πλουσιογιώργη ήβρηκα

στα όρη κι εκοιμάτο

κι είχε τ’αγέρι πάπλωμα.

————————————————————————————–

Γλέντα καημένε άνθρωπε

Στο κόσμο τον απάνω

Γιατί στο κάτω δεν μπορείς.

 

Γιατί στο κάτω δεν μπορείς

Στο Άδη δεν γλεντάνε

Και πλούτη δεν αξίζουνε.

 

Και πλούτη δεν αξίζουνε

Στ’ αραχνιασμένο Άδη

Χαράς τονε απού γλεντά.

 

Χαράς τονε απού γλεντά

Και όποιος κάνει φίλους

Αυτός τον κόσμο κέρδισε.

 

«Είναι μου φαίνεται αλήθεια ότι όποιος δεν γλεντήσει σε αυτό το ψεύτη κόσμο δεν κέρδισε τίποτα μα τίποτα λέω εγώ όμως ότι πάν μέτρο άριστο.»

 

6ον – 1958

 

Σκοπός: Εάν δροσινιάσουν τα λαγκά

και βασιλεύσει ο ήλιος

βόσκετε αγρίμια βόσκετε.

————————————————————————————–

Χαράς εσάς ψηλά βουνά

Που χάρο δεν φοβάστε

Και κάθε χρόνο ανθίζετε.

 

Και κάθε χρόνο ανθίζετε

Και δεν σας πιάνουν γέρα

Γιατί εγώ που εγέρασα.

 

Γιατί εγώ που εγέρασα

Γνωρίζω πόσο αξίζει

Που στέκεστε παντονινά.

 

Που στέκεστε παντονινά

Και χαίρεστε τον κόσμο

Φεύγουν οι χρόνοι κι έρχονται.

 

Φεύγουν οι χρόνοι κι έρχονται

Τα χιόνια πάντα λιώνουν

Και μένετε ατάραχα.

«Δεν παύει ο άνθρωπος να σκέφτεται την αιωνιότητα.»

 

15ον – 1960

 

Σκοπός: Αντίκρυ στα καμπαναριά

«Τσίμπημα και φίλημα» κάτω στον Αϊ Γιώργη

————————————————————————————–

Είδα σε κόρη κι ύφαινες

«Καναρίνι μου όμορφο»

Κι άκουσα και τραγούδιες

Κι άκουσα τη σαΐτα σου

Να σφυρίζει να περνά

Να περνά να ξεπερνά

Και το πέταλο κτυπάς

Άραγες να μ΄ αγαπάς

Ώ πω πω πω ωχ! πώς να σου το πω

Να σου πω πως σ’ αγαπώ

(δυο φορές) Χήρας κόρη υφαντουριά

Υφαντουριά και πανουργιά

Και έκλεψές μου τη καρδιά.

 

Και άκουσα τη σαΐτα σου «Ζιγαρδέλι μου όμορφο»

Το κτύπο του πετάλου

Και πήρες μού τονε το νου

Κι η σαΐτα σου περνά

Και περνά και ξεπερνά

Και το πέταλο κτυπάς

Άραγε να μ’ αγαπάς

Ώ πω πω πω οχ πώς να σου το πω

Να σου πω πως σ΄αγαπώ

Χήρας κόρη υφαντουριά

Η υφαντουριά και πανουριά

Έκλεψές μου τη καρδιά.