Μενού Κλείσιμο

Λυγούδη Φωτεινή

Η Φωτεινή Λυγούδη, του Δημητρίου και της Κωνσταντίνας, γεννήθηκε το 1964 στη Γερμανία. Από τον Απρίλιο του 1989 διατηρεί επιχείρηση εμπορίας ρούχων με την επωνυμία Eurofashion και έχει ως αντικείμενο εργασιών την αντιπροσώπευση ξένων οίκων, οι οποίοι αγοράζουν έτοιμα ενδύματα από την Ελλάδα. Έχει αποκτήσει έναν γιο, τον Σπυρίδωνα.

 

Η οικογένεια του πατέρα της καταγόταν από το χωριό Χωρούδα (Αρναούτκιόι στα τουρκικά), στο δάσος Σοχού της Θεσσαλονίκης. Η Χωρούδα, ήταν ήδη ένα κατεστραμμένο χωριό από τον ξεσηκωμό του 1821. Οι κάτοικοί του τότε εν μέρει μετακινήθηκαν στη νότια Ελλάδα, όπου βρίσκουμε αρκετούς αγωνιστές του ’21 που προέρχονται από αυτή, ενώ κάποιοι άλλοι διασκορπίστηκαν στα γειτονικά χωριά, καθώς και στην Ιερισσό Χαλκιδικής. Ο παππούς του πατέρα της, Αναστάσιος Λυγούδης, παρέμεινε και κατοικούσε στο χωριό Χωρούδα. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου δόθηκε εντολή από την τότε κυβέρνηση -λόγω του ότι ήταν ορεινό χωριό- να εκκενωθεί ώστε να μην ανεφοδιάζονται οι αντάρτες. Έτσι κι έγινε, και το χωριό εκκενώθηκε για μία ακόμα φορά. Τότε, ο δικός της ο παππούς Αθανάσιος -γιος του Αναστάσιου- πήρε τα επτά παιδιά του και μετοίκησαν στη Νιγρίτα Σερρών, στο χωριό Λιβαδοχώρι. Όταν η οικογένεια έφυγε από το χωριό, ο πατέρας της ήταν 14 ετών. Ο παππούς της Αθανάσιος ήταν αγρότης και είχε παντρευτεί τη Φωτεινή, με την οποία απέκτησαν συνολικά οκτώ παιδιά από τα οποία τα επτά παρέμειναν εν ζωή. Τον Ηρακλή, που ήταν το πρώτο τους παιδί και πέθανε μικρός, τον Κωνσταντίνο, τον Αλέξανδρο, τον Σωτήριο, τον Δημήτριο (πατέρα της Φωτεινής Λυγούδη), την Ευανθία, τη Σταυρούλα και την Όλγα. Ο Δημήτριος έφυγε μετανάστης στη Γερμανία το 1959 και ακολούθησαν ο Αλέξανδρος, ο Δημήτριος και η Σταυρούλα. Η γιαγιά Φωτεινή είχε έναν αδελφό, τον Τριαντάφυλλο, ο οποίος ήταν αντάρτης, έφυγε κυνηγημένος από την Ελλάδα και πήγε στη Βουλγαρία όπου και πέθανε. Ο πατέρας Λυγούδης Δημήτριος γεννήθηκε το 1933 αλλά δεν πήγε σχολείο λόγω του πολέμου. Σε ηλικία 27 ετών το 1961 γνώρισε τη μητέρα της Φωτεινής, την Κωνσταντίνα Φεσλίδου.

Η οικογένεια της μητέρας της καταγόταν από την πόλη Ζουγκουλντάκ. Ο πατέρας της μητέρας της, ο Ιορδάνης Φεσλίδης του Ευθυμίου, γεννήθηκε το 1914 και πέθανε το 1963. Η Φωτεινή δεν πρόλαβε να γνωρίσει τον παππού της. Ήρθε από την Κωνσταντινούπολη στην Ελλάδα σε ηλικία 7 ετών και εγκαταστάθηκε μαζί με την οικογένειά του στο Τέμενος, στο Παρανέστι Δράμας. Παντρεύτηκε την Αθηνά Αλαγκιοζίδου η οποία καταγόταν επίσης από το Ζουγκουλντάκ και απέκτησαν πέντε παιδιά. Τη Δέσποινα που πέθανε 14 χρόνων, την Κυριακή, την Ευανθία, την Κωνσταντίνα (μητέρα της Φωτεινής Λυγούδη) και τον Γιώργο. Όλα τα παιδιά μετανάστευσαν στη Γερμανία. Η γιαγιά και ο παππούς της Φωτεινής ασχολιόταν με αγροτικές εργασίες αλλά αναλάμβαναν και διάφορες εργολαβίες. Η γιαγιά μιλούσε μόνο την Τουρκική γλώσσα. Η οικογένειά της είχε παράδοση στη μουσική και τα μέλη της έπαιζαν ούτι. Η Φωτεινή θυμάται τη γιαγιά της ως μία πολύ σικάτη γυναίκα που κυκλοφορούσε με μία μεταξωτή μπλούζα, τα μαλλιά της κότσο, ενώ φορούσε πάντα ψηλοτάκουνη γόβα και χόρευε καθιστή με τα χέρια της. Πέθανε το 1971 σε ηλικία μόλις 55 χρόνων από καρδιά, πάθηση που απέκτησε μετά τον θάνατο του παιδιού της. Το Τέμενος όπου ζούσαν, ήταν χωριό με πρόσφυγες. Η οικογένεια διαχειρίστηκε πολύ νοικοκυρεμένα την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου. Το χωριό Τέμενος -το οποίο επισκέφθηκε η Φωτεινή το 2000- δεν υφίσταται πλέον, καθώς όλοι οι κάτοικοι μετανάστευσαν και ερημώθηκε. Η μητέρα της Κωνσταντίνα, γεννήθηκε το 1940 στο Παρανέστι, όπου τελείωσε το δημοτικό. Το 1960 με πρόσκληση από την αδελφή της έφυγε από την Ελλάδα και πήγε στη Γερμανία με σκοπό να τη βοηθήσει για το παιδί που γέννησε. Εκεί γνωρίστηκε με τον Λυγούδη Δημήτριο και παντρεύτηκαν τον Ιούλιο του 1962 στο Τρόϊστορφ, μία πόλη έξω από την Κολωνία, όπου και ζούσαν.

Οι γονείς της Φωτεινής απέκτησαν τρία παιδιά: τη Φωτεινή που γεννήθηκε το 1964, την Αθηνά που πέθανε αμέσως το 1968 (την ίδια ημέρα που η μητέρα της είχε γενέθλια) και τον Αθανάσιο που γεννήθηκε το 1971.

Ο πατέρας της, όλο τον καιρό της διαμονής τους στη Γερμανία ποτέ δεν δέχθηκε την ιδιοσυγκρασία των Γερμανών. Μεγάλωσε με ισχυρά τα Ελληνικά στοιχεία και επέβαλε την Ελληνική γλώσσα στην οικογένειά του. Έτσι ήταν σαν να ζούσαν στην Ελλάδα. Ήταν πρωτεργάτης στο να δημιουργηθεί ελληνικό σχολείο στην περιοχή. Η Φωτεινή θυμάται ότι κάθε βράδυ και ώρα 8-9 άκουγαν μία ελληνική εκπομπή στο ραδιόφωνο και μετά ελληνικά τραγούδια. Τα 20 χρόνια που έζησαν στη Γερμανία, τα παιδιά άκουγαν συνέχεια από τους γονείς τους ότι «του χρόνου» θα φύγουν να επιστρέψουν στην πατρίδα. Γι’ αυτό και η ίδια αγάπησε τόσο πολύ την Ελλάδα έτσι ώστε τη χώρα που γεννήθηκε να μην την νιώσει ποτέ «δική της». Τελείωσε το ελληνικό δημοτικό και επειδή δεν υπήρχε ελληνικό γυμνάσιο, η αδελφή του πατέρα της πρότεινε να την στείλει σε εκείνη που ζούσε στο Σιδηρόκαστρο. Έτσι ήρθε στην Ελλάδα το 1975 και συγκεκριμένα στο Σιδηρόκαστρο Σερρών. Επειδή όμως υπήρχε μεγάλη λατρεία με τον πατέρα της, εκείνος μέσα σε διάστημα 7 μηνών ήλθε τρεις φορές στην Ελλάδα για να τη δει. Τελικά διέκοψε το σχολείο και επέστρεψε στη Γερμανία. Την Α΄, την Β΄ και την Γ΄ Γυμνασίου τις τελείωσε σε γερμανικό σχολείο. Μόλις ο πατέρας της κατάλαβε ότι άρχισε να εγκλιματίζεται η κόρη του στην ξένη χώρα, της πρότεινε να φύγει από τη Γερμανία και την έστειλε στον αδελφό του Σωτήρη στην Αθήνα. Ακόμα και τότε επαναλαμβάνονται οι επισκέψεις του πατέρα της για να τη δει τουλάχιστον τρεις φορές το χρόνο. Η μητέρα της εργαζόταν τότε σε εργοστάσιο στην πολεμική βιομηχανία, ενώ ο πατέρας άλλαξε πολλά εργοστάσια. Το 1972 άρχισε να εμπορεύεται είδη προικός στους μετανάστες Έλληνες και Τούρκους με τη βοήθεια της μητέρας της. Ενώ η δουλειά πήγαινε πολύ καλά, ο πατέρας της δεν άντεξε την απουσία της κόρης του και επέστρεψαν στην Ελλάδα το 1979, όταν ο αδελφός της ήταν 7 χρόνων και η ίδια σπούδαζε στη Β΄ Λυκείου. Εγκαταστάθηκαν στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης και στο ισόγειο του σπιτιού είχαν ταβέρνα. Γενικά στο σπίτι όπου μεγάλωσε η Φωτεινή, η «Ελλάδα», η «Ελληνική γλώσσα», τα «ήθη και τα έθιμα», ήταν ιερά.

Το όνειρο της Φωτεινής ήταν να σπουδάσει στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου. Αν και κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια, δεν κατάφερε να εισέλθει στη Νομική σχολή, αλλά εισήλθε στη Γερμανική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Αυτό την απογοήτευσε ιδιαίτερα. Η θεία της η Ευανθία η οποία ζούσε στη Γερμανία, της πρότεινε να φύγει πάλι στη Γερμανία για να σπουδάσει, αλλά ο πατέρας της αρνήθηκε για να μην απορροφηθεί και παραμείνει εκεί. Για δέκα χρόνια, την περίοδο 1980-1989, οι γονείς της λειτουργούσαν ταβέρνα και στην Καλλιθέα Χαλκιδικής. Για να μην επιβαρύνει όμως οικονομικά τους γονείς της, η Φωτεινή το 1981 άρχισε να εργάζεται κρυφά από τον πατέρα της, σε βιοτεχνία με ανδρικά σακάκια. Παράλληλα, ξεκίνησε να ενεργοποιείται και σε συνδικαλιστικές δράσεις, ενώ συνέχιζε τις σπουδές της. Από τότε έως σήμερα βρίσκεται στον χώρο του έτοιμου ενδύματος. Τη δική της επιχείρηση «Eurofashion» την ξεκίνησε την 1η Απριλίου 1989 και έχει ως αντικείμενο την αντιπροσώπευση ξένων οίκων, οι οποίοι αγοράζουν από την Ελλάδα έτοιμα ενδύματα. Το πελατολόγιο της εταιρείας απαρτίζεται από αλυσίδες καταστημάτων στη Γερμανία, στην Αυστρία και στην Ολλανδία. Η Φωτεινή, η οποία κατέχει πολύ καλά τη γερμανική γλώσσα, δειγματίζει και διατηρεί άριστη επαφή με τους πελάτες της (οίκοι του εξωτερικού), αναλαμβάνει το design (σχέδιο) των ρούχων και επειδή έχει πολύ καλές τεχνικές γνώσεις του αντικειμένου, βοηθάει στην ανάπτυξη των κοστολογίων. Με τον τρόπο αυτό οι πελάτες μπορούν εύκολα να προχωρούν σε νέες παραγγελίες. Παράλληλα δίνει τις παραγγελίες των οίκων του εξωτερικού σε ελληνικές εξαγωγικές μονάδες, παρακολουθώντας όλη την εξέλιξη και φροντίζοντας να φορτωθούν σωστά τα εμπορεύματα. Ουσιαστικά δηλαδή ασχολείται με όλο τον κύκλο της παροχής υπηρεσιών. Επίσης, έχει ασχοληθεί και με την εισαγωγή πλεκτών ενδυμάτων με την επωνυμία «Bluemod», τομέα στον οποίο διαπίστωσε ότι υπάρχει προβληματική εισροή χρημάτων. Επιπλέον δημιούργησε δύο αντικαπνιστικά κέντρα, ένα στη Θεσσαλονίκη και ένα στο Ηράκλειο της Κρήτης, αλλά αυτό μόνο για δύο χρόνια. Τέλος, δημιούργησε και μία βιβλιοθήκη ακυκλοφόρητων τραγουδιών στην Αθήνα, όπου για περίοδο δυόμιση ετών διέμενε εκεί. Διετέλεσε επίσης αντιπρόεδρος στην ομάδα μπάσκετ ΠΑΟΚ για την περίοδο 2004-2005.

Το 1988 παντρεύτηκε τον Γεώργιο Κουκούρη που έχει γεννηθεί στην Έδεσσα και απέκτησαν έναν γιο τον Σπυρίδωνα, ο οποίος γεννήθηκε στις 17 Αυγούστου 1988. Η Φωτεινή έζησε για δύο χρόνια στην Έδεσσα από το 1987 έως το 1988. Εκεί ήλθε σε πολύ στενή επαφή με το Μακεδονικό θέμα. Το 1994 χώρισε από τον σύζυγό της και δεν ξαναπαντρεύτηκε.

Είναι ιδιαίτερα χαρούμενη που ο γιος της ήλθε σε επαφή και γνώρισε τόσο στενά τον παππού του, έναν άνθρωπο πραγματικά αυθεντικό σε όλα τα επίπεδα, που αγαπά χωρίς να ζητά ανταπόκριση και που δίνει χωρίς να περιμένει κανένα όφελος. Ο πατέρας της είναι ένας ποτισμένος γνήσιος Έλληνας, πολύ υπερήφανος, και η ίδια αισθάνεται πολύ γεμάτη από την αγάπη που της έδωσε. Χαίρεται πολύ που ο γιος της έχει ως πρότυπο τον παππού του. Δε θα ξεχάσει ποτέ ότι την περίοδο που ζούσαν στη Γερμανία ο πατέρας της ήταν συνεχώς άρρωστος, ενώ από όταν επέστρεψαν στην Ελλάδα δεν αρρώστησε ποτέ ξανά.

Η Φωτεινή θεωρεί ότι οφείλουμε τα πάντα στη δομή του χαρακτήρα μας και σε ό,τι αφορά στην αγάπη της γι’ αυτήν τη χώρα, τη χρωστά βέβαια στον πατέρα της. Από τη μητέρα της έχει κληρονομήσει την αγάπη και το πάθος της για τη μαγειρική.