Μενού Κλείσιμο

Μεστούσης Παντελής

• Έτος Γεννήσεως: 1964
• Επάγγελμα: Επιχειρηματίας
• Τόπος Καταγωγής: Χίος, Ελλάδα
• Τόπος Διαμονής: Νέα Υόρκη, ΗΠΑ

 

Ο Παντελής Μεστούσης, γιος του Παναγιώτη Μεστούση και της Γεωργίας Γυαλιά, γεννήθηκε το 1964 στις Καρυές της Χίου. Σε ηλικία 8 ετών έφυγε με τον παππού και τη γιαγιά του για την Αμερική, όπου ξεκίνησε από μικρός να εργάζεται σε εστιατόριο. Αν και τελείωσε μόνο το γυμνάσιο, η έμφυτη επιχειρηματική του δεινότητα, το πείσμα και η σκληρή δουλειά τον ανέδειξαν σε έναν από τους μεγαλύτερους επιχειρηματίες της Νέας Υόρκης. Σήμερα είναι ιδιοκτήτης της εταιρείας Mestousis Enterprises, Commercial and Industrial Real Estate, ενώ έχει δραστηριοποιηθεί κατά καιρούς σε πολλούς χώρους, όπως αυτόν του αυτοκινήτου, των ανταλλακτικών και της εστίασης. Έχει τρία παιδιά τον Νίκο, τον Παναγιώτη και τη Γιαννούλα. Και τα τρία του παιδιά εργάζονται στις επιχειρήσεις του.

 

Η οικογένεια του βιογραφούμενου κατάγεται από το όμορφο νησί της Χίου. Ο πατέρας του, Παναγιώτης Μεστούσης, γεννήθηκε στις 9 Απριλίου του 1938 στις Καρυές, ένα γραφικό χωριό στο κέντρο του νησιού που έχει θέα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα, και ασχολήθηκε από νέος με την τέχνη του οικοδόμου. Η μητέρα του βιογραφούμενου, Γεωργία Γυαλιά, είδε το φως της ζωής στις 7 Ιανουαρίου του 1939 σε ένα ορεινό χωριό της Χίου, τα Διευχά. Καταγόταν από πολύ φτωχή οικογένεια και ο πατέρας της, Νίκος Γυαλιάς, ήταν αγρότης. Σε νεαρή ηλικία έφυγε από την πατρίδα του και πήγε ως μετανάστης στην Αμερική, δουλεύοντας στα μέταλλα. Το 1933 επέστρεψε στη Χίο, όπου γνώρισε τη γυναίκα του, Αθηνά, την παντρεύτηκε και απέκτησε μαζί της τρία παιδιά, τον Δημήτρη, τη Σεβαστή και τη μητέρα του βιογραφούμενου Γεωργία. Ο Δημήτρης μετανάστευσε το 1971 στην Αυστραλία, παίρνοντας μαζί του τη μητέρα του και την αδελφή του Σεβαστή, καθώς ο πατέρας του είχε πεθάνει.

Η Γεωργία Γυαλιά από μικρή εργαζόταν ως υπηρέτρια και μαγείρισσα στο σπίτι ενός εφοπλιστή, ο οποίος, χρόνια αργότερα, έμελλε να γίνει ο νονός του γιου της και ο πρώτος άνθρωπος που διέκρινε τις ικανότητές του. Μάλιστα, ο βιογραφούμενος θυμάται ακόμη την ημέρα που τον πρωτογνώρισε και τα λόγια που άκουσε από εκείνον, ότι οι δυο τους έχουν κοινά στοιχεία. Στο σπίτι αυτού του εφοπλιστή έγινε και η γνωριμία της μητέρας του με τον Παναγιώτη Μεστούση, όταν εκείνος είχε πάει να πουλήσει κάρβουνα στον ιδιοκτήτη. Καρπός του γάμου των δύο νέων ήταν τα τέσσερα παιδιά τους, ο βιογραφούμενος Παντελής, η Μαρία, ο Νίκος και ο Στυλιανός. Την ανατροφή τους ανέλαβε εξ ολοκλήρου η Γεωργία,  δίνοντάς τους ως μεγαλύτερο εφόδιο της αρχές, το ήθος και τις αξίες που διέκριναν την ίδια και τον άνδρα της.

Λίγο καιρό μετά τον γάμο τους, ο πρώην εργοδότης της Γεωργίας έδωσε στον σύζυγό της δουλειά στα καράβια του και έτσι εκείνος έφυγε ενώ αυτή ήταν έγκυος στο πρωτότοκο τους γιο τον Παντελή. Όταν ο Παναγιώτης έφθασε στο λιμάνι της Νέας Υόρκης, έφυγε από το πλοίο και παρέμεινε λαθραία στην πόλη επί τρία χρόνια, πασχίζοντας να δικτυωθεί και να πιάσει δουλειά ως ελαιοχρωματιστής σε οικοδομές. Στη συνέχεια, επέστρεψε στη Χίο και συνέχισε τη ζωή του εκεί, μαζί με την οικογένειά του βλέποντας για πρώτη φορά το γιο του Παντελή.

Ο βιογραφούμενος Παντελής Μεστούσης γεννήθηκε στις 8 Μαρτίου του 1964 στις Καρυές της Χίου. Σε ηλικία 8 ετών έφυγε από το νησί μαζί με τους παππούδες του, τον Παντελή και την Πέρδικα Μεστούση, οι οποίοι μετανάστευσαν στη Νέα Υόρκη. Ο παππούς Παντελής γύριζε με ένα καρότσι και πουλούσε χοτ-ντογκ, ενώ η γιαγιά Πέρδικα έμενε στο σπίτι για να τον προσέχει. Ο βιογραφούμενος θυμάται πάντα την ευχή της, το νόημα της οποίας κατάλαβε μόνο όταν πέρασαν πολλά χρόνια. « Να πιάνεις χώμα και να γίνεται χρυσός!» Η οικογένεια ενώθηκε ξανά το 1975, όταν πήγαν στη Νέα Υόρκη οι γονείς και τα αδέλφια του.

Η προσαρμογή στην ξένη χώρα είναι πολύ δύσκολη για τον μικρό Παντελή, τόσο στη γειτονιά που έμεναν, το Μπρονξ, όσο και στο σχολείο στο οποίο φοίτησε. Ήταν το μοναδικό λευκό παιδί ανάμεσα σε έγχρωμα πιτσιρίκια, που ποτέ στη ζωή του δεν είχε αντικρίσει ξανά. Δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με κανένα, γιατί δεν γνώριζε τη γλώσσα κι έτσι οι σχέσεις του με τους συμμαθητές τους δεν ήταν καθόλου καλές. Την πρώτη κιόλας ημέρα του σχολικού έτους ξεκίνησε να καυγαδίζει άγρια με έναν συμμαθητή του, ενώ μετά το σχόλασμα τον περίμεναν έξω από το σχολείο οι φίλοι και τα μεγαλύτερα αδέλφια του συμμαθητή εκείνου, για να συνεχίσουν τον ξυλοδαρμό. Βέβαια, και ο βιογραφούμενος δεν υποχωρούσε, αλλά έδερνε τους αντιπάλους του με όλη του τη δύναμη. Αυτό συνεχίστηκε με αμείωτο ρυθμό για μια ολόκληρη εβδομάδα, μέχρι που ο μεγαλύτερος αδελφός του συμμαθητή του πρότεινε δύο λύσεις. Ή το ξύλο θα συνεχιζόταν ή θα έδιναν τα χέρια και θα συμφιλιώνονταν. Ο βιογραφούμενος επέλεξε τη δεύτερη οδό και από τότε όχι μόνο κανείς δεν τόλμησε να τον ενοχλήσει ξανά, αλλά έγινε και πολύ καλός φίλος με εκείνον τον συμμαθητή και πρώην αντίπαλό του.

Ο βιογραφούμενος, από τον πρώτο καιρό που έφθασε στη Νέα Υόρκη, κουβαλώντας τη μικρή του βαλίτσα με τα λιγοστά υπάρχοντα, έπιασε δουλειά στο εστιατόριο του θείου του. Πήγαινε στις πέντε το πρωί και επέστρεφε το βράδυ, ενώ χάρη στα φιλοδωρήματα που κέρδιζε δεν χρειάστηκε ποτέ να ζητήσει από τους γονείς του ούτε ένα δολάριο.

Η σχέση του με τα γράμματα δεν ήταν διόλου καλή, αφού κατάφερε να τελειώσει μόνο το Γυμνάσιο. Βέβαια, ο βαθμός του απολυτηρίου του ήταν πολύ καλός, οφείλεται όμως κυρίως  στη βοήθεια των συμμαθητών του, κάτι που ποτέ δεν ξέχασε και φρόντισε με διάφορους τρόπους να τους το ξεπληρώσει. Τη δουλειά δεν τη φοβήθηκε ποτέ και είχε το μοναδικό χάρισμα να τα καταφέρνει με ό,τι και αν καταπιανόταν. Για αρκετά χρόνια δούλεψε σε μπαρ και ήρθε αντιμέτωπος με πολλούς κινδύνους και με άσχημες καταστάσεις. Άλλωστε, η ζωή στη Νέα Υόρκη, και ειδικά στο Μπρονξ, ήταν πολύ επικίνδυνη, με υψηλή εγκληματικότητα, συμμορίες και ναρκωτικά. Όμως, ο βιογραφούμενος ήταν ατρόμητος και τίποτε δεν μπορούσε να τον σταματήσει από την εκπλήρωση του στόχου του που ήταν ένας και μοναδικός, η επιτυχία. Οι διάφορες εργασίες που έκανε και οι δυσκολίες που συνάντησε δυνάμωσαν το πείσμα του και την πίστη στις επιλογές του και τον βοήθησαν να εντοπίζει τα λάθη του, να τα διορθώνει και –κυρίως–  να μην τα επαναλαμβάνει.

Στα 21 του χρόνια άνοιξε την πρώτη του επιχείρηση. Μπορεί να είχε τελειώσει μόνο το γυμνάσιο, όμως παρακολούθησε μαθήματα επάνω στον κλάδο στον οποίο ήθελε να εξειδικευθεί και έμαθε να ακούει προσεκτικά τους επιχειρηματίες με τους οποίους συνεργαζόταν.

Ο βιογραφούμενος αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του ανθρώπου που πηγαίνει σε μια ξένη χώρα χωρίς κανένα εφόδιο και καμία βοήθεια, δίχως χρήματα, γνώσεις και εξειδίκευση, αλλά καταφέρνει να εκπληρώσει τον στόχο του και να επιτύχει, με όπλα τη θέληση, την πίστη και τη σκληρή δουλειά. Αυτά άλλωστε αποτέλεσαν την κινητήριο δύναμη για τον αυτοδημιούργητο επιχειρηματία, που σήμερα είναι ο ιδιοκτήτης της Mestousis Enterprises, Commercial and Industrial Real Estate, μιας εταιρείας που δίκαια θεωρείται ως μια από τις πιο επιτυχημένες του χώρου. Η επιτυχία, ασφαλώς, για τον Παντελή Μεστούση δεν ήρθε εύκολα, καθώς χρειάστηκε να ωριμάσει πολύ πιο γρήγορα από τα άλλα παιδιά της ηλικίας του και να χάσει νωρίς την παιδική ανεμελιά. Πολλές φορές αναγκάστηκε να πάρει γρήγορες αποφάσεις και να χειριστεί καταστάσεις που μεγαλύτεροι από αυτόν σε ηλικία άνδρες δεν μπορούν καν να φανταστούν. Μετά όμως από κάθε δυσκολία και από κάθε εμπόδιο, γινόταν όχι μόνο πιο δυνατός, αλλά και πιο πρόθυμος και ριψοκίνδυνος στις επενδύσεις του. Πάντα συνεργαζόταν με τους καλύτερους και μάθαινε από αυτούς, γι’ αυτό γνώριζε πότε ήταν η κατάλληλη στιγμή να πουλήσει μια εταιρεία ή να ασχοληθεί με μια άλλη δραστηριότητα. Έτσι, μέσα στα τόσα χρόνια της καριέρας του έχει ανοίξει πολλές επιχειρήσεις, τόσο στον χώρο των μηχανολογικών, των εξαρτημάτων και των αυτοκινήτων όσο και σε εκείνον της εστίασης και του real estate. Το πείσμα, η επιμονή και η αποφασιστικότητά του είναι για τον βιογραφούμενο τα εφόδια που ανέκαθεν κουβαλούσε στις αποσκευές του και τον έφεραν στο σημείο που βρίσκεται σήμερα, δηλαδή στην κορυφή. Άλλωστε, από τότε που ήταν μικρός, όταν έβαζε κάτι στο μυαλό του δεν υπήρχε περίπτωση να μην το πραγματοποιήσει. Αυτό συνέβη και στα 16 του χρόνια, όταν αγόρασε με αποκλειστικά δικά του χρήματα το πρώτο του μηχανάκι. Εργαζόταν ήδη αρκετά χρόνια και από τα χρήματα που είχε αποταμιεύσει έκανε το δώρο που ονειρευόταν για καιρό στον εαυτό του. Μάλιστα, ανέβασε τη μηχανή του στο διαμέρισμα που ζούσε με την οικογένειά του και την έβαλε στο δωμάτιό του, καθώς φοβόταν ότι μπορεί κάποιος να του την έκλεβε, αν την άφηνε έξω. Ο πατέρας του, όμως, είχε αντίθετη γνώμη και του είπε, με τρόπο που δεν σήκωνε αντιρρήσεις, ότι θα έπρεπε να κατεβάσει τη μηχανή του στο πεζοδρόμιο, διαφορετικά θα έφευγε μαζί της από το σπίτι. Η υπερηφάνεια και η νεανική τρέλα των 16 του χρόνων ώθησαν τον βιογραφούμενο να φύγει πράγματι από το σπίτι και να μείνει για ένα διάστημα μαζί με κάποιους συμμαθητές του.

Ο Παντελής Μεστούσης απόκτησε τον μεγαλύτερο γιο του Νίκο το 1988 μετά από σύντομο χρονικά δεσμό με τη Μαρία. Το 1988 γνώρισε τη γυναίκα της ζωής του, την Τζίνα. Μάλιστα, για να μην είναι άνεργη, της άνοιξε ένα ανθοπωλείο σε κεντρικό δρόμο του Μανχάταν. Ο γάμος τους πραγματοποιήθηκε το 1992 και ευλογήθηκε με την απόκτηση άλλων δύο παιδιών, του Παναγιώτη και της Γιαννούλας. Και τα τρία του παιδιά εργάζονται κοντά του, καθώς ο βιογραφούμενος πιστεύει ότι πρέπει να μάθουν από νωρίς πως τα χρήματα κερδίζονται με κόπο. Άλλωστε, ο ίδιος το γνωρίζει πολύ καλά αυτό, καθώς τίποτε από όσα έχει δεν του χαρίστηκε. Επιθυμία του είναι να αποκτήσουν οι γιοι και η κόρη του τις αρχές που διακρίνουν τον ίδιο και πάντα προσπαθεί να τους προστατεύσει και να τους δείξει τον σωστό δρόμο για να πορευθούν στη ζωή τους. Όσο για τη δική του ζωή; Μοιάζει μάλλον βγαλμένη από κινηματογραφική ταινία, γεμάτη δράση, αγωνία, δράμα και περιπέτεια, όμως με happy end. Ο Παντελής Μεστούσης εκπλήρωσε όλα του τα όνειρα και κατάφερε να υλοποιήσει όποιον στόχο έθεσε. Σήμερα απολαμβάνει τους καρπούς των κόπων του, παραμένοντας σεμνός και ταπεινός, διατηρώντας ακέραιη την πίστη του στον Θεό και πηγαίνοντας κάθε Κυριακή στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής για να τον ευχαριστήσει για τα πλούτη που του χάρισε. Όχι τα υλικά πλούτη, όμως, αλλά τα άλλα, τα πιο σημαντικά από όλα. Όπως, άλλωστε, αναφέρει και ο ίδιος: «Πλούσιος είναι αυτός που έχει μια γεμάτη ζωή και είναι ευτυχισμένος, κάνοντας αυτό που τον ικανοποιεί».