Μενού Κλείσιμο

Παπαγεωργίου Αθανάσιος

Ο Αθανάσιος Παπαγεωργίου γεννήθηκε στην Καρδίτσα στις 20 Απριλίου 1944 με καταγωγή από το χωριό Πυρσόγιαννη της επαρχίας Κονίτσης των Ιωαννίνων. Το 1962 εισήχθη στην Πολυτεχνική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στο Τμήμα των Πολιτικών Μηχανικών. Δραστηριοποιήθηκε αρχικά με τις μελέτες ιδιωτικών κτηρίων για 10 χρόνια και μετά με την κατασκευή δημοσίων έργων. Ίδρυσε το 2006 μαζί με τα δύο παιδιά του και τον ανιψιό του την τεχνική κατασκευαστική εταιρεία «ΔΩΡΙΚΗ ΑΤΕ», η οποία υφίσταται μέχρι σήμερα στη Λάρισα, όπου ζει ο ίδιος, συνταξιούχος πλέον, με την οικογένειά του.

 Ο παππούς του από την πλευρά του πατέρα του λεγόταν Αθανάσιος (Νάσος) Παπαγεωργίου και είχε γεννηθεί στην Πυρσόγιαννη το 1875 και πέθανε το 1916. Ήταν πελεκητής και μάστορας πέτρας, γύριζε όλες τις περιοχές και έκτιζε πέτρινα σπίτια. Η σύζυγός του, η γιαγιά Αθηνά, ήταν νοικοκυρά και αφέντρα στο σπίτι και ασχολούνταν με το μεγάλωμα των δύο παιδιών τους, του Ανδρέα και της Ανδρομάχης. Εκείνη την εποχή ήταν συνήθεια οι άντρες να φεύγουν περί τα τέλη Μαρτίου για να εργαστούν στα πετρόχτιστα σπίτια σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας και της Ηπείρου και γύριζαν μετά από δύο χρόνια. Τα Μαστοροχώρια βρίσκονται πάνω από την Κόνιτσα, μεταξύ Κόνιτσας και Επταχωρίου, είναι συνολικά 13 χωριά και σήμερα υπάγονται στον Δήμο Κόνιτσας. Οι μάστορες που δούλευαν εκεί έχουν φτιάξει αριστουργήματα σε όλη την Ελλάδα και τον κόσμο.

Ο παππούς του από την πλευρά της μητέρας του λεγόταν Κωνσταντίνος Φρόντζος και ήταν μάστορας της πέτρας. Η σύζυγός του λεγόταν Δήμητρα. Είχαν πέντε παιδιά, τον Δημήτριο (Μήτσο), την Αικατερίνη (Κατίνα), τον Σπύρο, τον Νίκο και την Αναστασία (Τασούλα).

Η Κατίνα, η μητέρα του βιογραφούμενου, γεννήθηκε το 1912 στην Πυρσόγιαννη και πέθανε στην Καρδίτσα το 2002. Ήταν γυναίκα πολύ γλυκιά, εργατική και δυναμική. Εργαζόταν στο σπίτι, βοηθούσε στο κόψιμο των ξύλων στο βουνό και στη μεταφορά τους στο χωριό με τα ζώα. Ασχολούνταν παράλληλα με τις δουλειές του σπιτιού, το μεγάλωμα των παιδιών, καθώς και με το κέντημα και τη μοδιστρική, προκειμένου να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια στις δύσκολες συνθήκες της εποχής εκείνης. Εκτός από τη σκληρή δουλειά, της άρεσε να χορεύει και να τραγουδά και μάλιστα τραγουδούσε πολύ καλά. Η οικογένεια των Φροντζάδων ήταν γνωστή για τα χορευτικά γλέντια που διοργάνωνε μαζί με όλο το χωριό και με τη συνοδεία τσίπουρου και κρασιού.

Ο πατέρας του βιογραφούμενου Ανδρέας γεννήθηκε το 1906 στην Πυρσόγιαννη και πέθανε το 1982 στην Καρδίτσα. Έφυγε σε ηλικία 8 χρονών από το χωριό μαζί με τον παππού, τον πατέρα του και τον θείο του, ακολουθώντας τους στις εργασίες πέτρας με τις οποίες ασχολούνταν. Έγινε κι εκείνος μάστορας, άξιος τεχνίτης και γύρισε τη Θεσσαλία, τον Βόλο, τα Τρίκαλα και την Καρδίτσα. Έφτιαξε πολλούς φούρνους και τζάκια της περιοχής, καθώς επίσης και πολλές εκκλησίες. Ήταν μειλίχιος και λιγομίλητος άνθρωπος, πολύ αγαπητός, εργατικότατος, καθώς δούλευε καθημερινά από το χάραμα μέχρι τη δύση του ηλίου, ενώ παράλληλα του άρεσε και η διασκέδαση, χόρευε και τραγουδούσε και πάντα έσερνε πρώτος τον χορό. Με τη σύζυγό του Κατίνα απέκτησαν πέντε παιδιά.

Πρώτη είναι η Μαρίκα, η οποία γεννήθηκε το 1932 στην Πυρσόγιαννη. Αγαπούσε την παρέα και τον χορό. Παντρεύτηκε τον Δημήτριο Σάλτα και έζησε μέχρι το τέλος της ζωής της στην Καρδίτσα και απέκτησε δύο παιδιά, την Περσεφόνη και τον Κωνσταντίνο. Πέθανε στην Καρδίτσα το 2006.

Δεύτερο παιδί είναι η Όλγα-Λούλα, η οποία γεννήθηκε στην Καρδίτσα το 1937. Παντρεύτηκε τον Δημήτριο Γιαννούκα στη Λάρισα και απέκτησε δύο παιδιά, τον Θανάση και τη Βασιλική (Βάσω). Πέθανε στη Λάρισα το 2016.

Τρίτο παιδί είναι η Παρασκευή (Βούλα). Γεννήθηκε το 1941 στο Βραχάτι Κορινθίας. Παντρεύτηκε στην Καρδίτσα τον Βαγγέλη Δεληβελιώτη και απέκτησε τρία παιδιά, την Καλλιόπη, την Κατερίνα και την Αθανασία.

Τέταρτο παιδί της οικογένειας είναι ο βιογραφούμενος Αθανάσιος, ο οποίος γεννήθηκε στην Καρδίτσα το 1944. Ζει και εργάζεται στη Λάρισα από το 1969.

Πέμπτο παιδί είναι η Αθηνά, η οποία γεννήθηκε στην Καρδίτσα το 1946. Παντρεύτηκε τον Παναγιώτη Δελήχα. Ζει στα Τρίκαλα και απέκτησε μια κόρη, την Αγγελική.

Η αρχή έγινε από τον πατέρα του βιογραφούμενου Ανδρέα Παπαγεωργίου, ο οποίος μετά από την περιήγησή του στη Θεσσαλία κατέληξε μόνιμα στην Καρδίτσα. Η γυναίκα του Κατίνα μαζί με την κόρη της Μαρίκα ζούσαν στην Πυρσόγιαννη και κατέβηκαν στην Καρδίτσα το 1936 για να δει τον σύζυγό της. Βλέποντας όμως τότε τη ζωή στην Καρδίτσα, αποφάσισε, ως δυναμική γυναίκα που ήταν, να ζήσει εκεί και να μην ξαναγυρίσει στο χωριό. Η απόφασή της ήταν καθοριστική για το μέλλον της οικογένειας, καθώς εκεί γεννήθηκαν και τα τέσσερα άλλα παιδιά, ενώ την ίδια στιγμή ο άντρας της απέφυγε την εμπλοκή του στον Εμφύλιο Πόλεμο και συνακόλουθα τα παιδιά της την προσφυγιά προς τις ανατολικές χώρες, όπως γινόταν τότε με τους νέους.

Ο βιογραφούμενος Αθανάσιος ήταν από τους λίγους νέους της εποχής του που μπόρεσε να παρακολουθήσει για δύο χρόνια φροντιστηριακά μαθήματα στην Καρδίτσα, μαζί με μια ομάδα 15 παιδιών και κατάφερε έτσι να εισαχθεί το 1962 στην Πολυτεχνική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών, όπως και όλοι οι υπόλοιποι της παρέας σε διάφορα πανεπιστήμια της Ελλάδας.

Αποφοίτησε το 1967. Τη χρονιά 1968-69 υπηρέτησε στον στρατό και όταν απολύθηκε εγκαταστάθηκε στη Λάρισα, δεδομένου ότι ζούσε ήδη εκεί από το 1959 η αδερφή του παντρεμένη και επειδή ο ίδιος πίστευε ότι η Λάρισα στο κέντρο της Θεσσαλίας θα είχε προοπτικές για τη δουλειά του. Παντρεύτηκε το 1980 τη σύντροφο της ζωής του, Βάσω Καραΐσκου, χημικό, καθηγήτρια Γυμνασίου. Από τον γάμο τους απέκτησαν δύο παιδιά, τον Ανδρέα, γεννημένο το 1981 και τη Μερόπη, γεννημένη το 1983. Και τα δύο παιδιά του είναι πολιτικοί μηχανικοί και μαζί με τον πατέρα τους ξεκίνησαν την εταιρεία «ΔΩΡΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ» ΑΤΕ (ΔΩΡΙΚΗ ΑΤΕ).

Ο βιογραφούμενος την περίοδο 1969-1982 ασχολήθηκε με τους στατικούς υπολογισμούς και τις μελέτες κτηρίων. Παράλληλα, όμως, από το 1973 μέχρι το 1975 ανέλαβε και κάποια δημόσια έργα, κυρίως ύδρευσης. Το 1982, από κοινού με έξι μηχανικούς, δημιουργεί την εταιρεία ΚΡΙΚΟΣ ΑΕ, η οποία εξαγόρασε μια εταιρεία λατομείων αδρανών υλικών στη Λάρισα και έκανε κυρίως δημόσια οδικά έργα. Η ΚΡΙΚΟΣ ΑΕ λειτούργησε μέχρι το 1987. Στη συνέχεια, ιδρύει συνεταιρικά πάλι μια τεχνική εταιρεία, την «ΔΩΡΙΚΗ ΑΤΕ» και συνεχίζει τα δημόσια έργα (κυρίως οδοποιία, ύδρευση και γέφυρες). Η νέα αυτή εταιρεία κράτησε μέχρι το 2002, οπότε και πουλήθηκε στην τεχνική εταιρεία «ΑΛΤΕ ΑΤΕ» στην Αθήνα. Το 2006, ο βιογραφούμενος μαζί με τα δυο παιδιά του και τον Κώστα Σάλτα, γιο της αδερφής του Μαρίκας, ιδρύουν τη «ΔΩΡΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ» ΑΤΕ, η οποία λειτουργεί μέχρι σήμερα. Από τα σπουδαιότερα έργα της ΔΩΡΙΚΗΣ ΑΤΕ είναι η κατασκευή της εθνικής οδού Λάρισας-Βελεστίνου, μήκους 3,5 χιλιομέτρων, ο εθνικός δρόμου Λάρισας-Τρικάλων, μήκους 11 χιλιομέτρων, η γέφυρα Ροδιάς-Κουλούρι επάνω στον Πηνειό, μήκους 150 μέτρων και η λιμνοδεξαμενη 1.500.000 m³ νερού στο Ν. Μοναστήρι Φθιώτιδας.

Ο Αθανάσιος αγαπάει πολύ τη δουλειά του και τη δημοτική μουσική της Ηπείρου και της Θεσσαλίας. Επίσης αγαπά τα ρεμπέτικα, τα λαϊκά και τα έντεχνα τραγούδια που γνώρισε στην Καρδίτσα και μετέπειτα στη Θεσσαλονίκη και τη Λάρισα. Αγαπά πολύ και τους συνθέτες της έντεχνης μουσικής, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο ΑΤΤΙΚ και άλλοι. Επίσης, τους συνθέτες της λαϊκής και ρεμπέτικης μουσικής όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Απόστολος Καλδάρας, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Μανώλης Χιώτης, ο Παναγιώτης Τούντας και άλλοι. Επίσης τους σπουδαίους στιχουργούς και τους ερμηνευτές, άνδρες και γυναίκες, αυτών των ανεπανάληπτων τραγουδιών.

Φροντίζει όμως να ασχολείται ιδιαίτερα και με τα πολιτιστικά δρώμενα της Λάρισας μέσω του Θεσσαλικού Θεάτρου, της Κινηματογραφικής Λέσχης και του πολιτιστικού συλλόγου «Οι φίλοι του Νικόδημου», στον οποίο μάλιστα διετέλεσε και αντιπρόεδρος. Επίσης, είναι μέλος του πολιτιστικού συλλόγου «Οι φίλοι του Πηνειού» καθώς και του Λυκείου Ελληνίδων Λάρισας, όπου υπήρξε χορευτής για μια δεκαετία. Παράλληλα είναι καλός ορειβάτης. Έχει ανέβει στον Μύτικα του Ολύμπου, έχει διασχίσει το φαράγγι της Σαμαριάς και του Βίκου, ενώ δεν έχει παραλείψει να κάνει και ράφτινγκ στον Βοϊδομάτη και στον Άραχθο. Αγαπάει τη θάλασσα και τη φύση.

Πηγαίνοντας τα καλοκαίρια στην Πυρσόγιαννη από το 1970 και μετά γνωρίστηκε με μία ομάδα παιδιών που ζούσαν σε άλλες πόλεις και στα Γιάννενα. Όλοι μαζί στην πορεία ασχολήθηκαν με την αναστύλωση του χωριού της Πυρσόγιαννης, την έρευνα και την ιστορία των μαστόρων και κυρίως την ίδρυση του μουσείου των μαστόρων της πέτρας στο αναστυλωμένο παλιό δημοτικό σχολείο της Πυρσόγιαννης, το οποίο πρόκειται να λειτουργήσει σε λίγα χρόνια από τώρα. Παράλληλα, εξέδιδαν το λαογραφικό περιοδικό «Αρμολόι» από το 1975 έως το 1980.

Η Πυρσόγιαννη είναι κτισμένη σε υψόμετρο 860 μ., στις πλαγιές της κορυφής Στενό (1900 μ.) της οροσειράς του Γράμμου, λίγο ψηλότερα από το σημείο ένωσης του Γοργοπόταμου με τον μεγάλο ποταμό της περιοχής αυτής, το Σαραντάπορο. Είναι κτισμένη αμφιθεατρικά, σε σημείο με άριστη θέα προς τα γύρω βουνά και δάση, λουσμένη όλη την ημέρα από τον ήλιο και περιβάλλεται από πυκνό δρυοδάσος. Απέχει 27,1 χλμ. από την Κόνιτσα. Στην Πυρσόγιαννη κατοικούσαν παλιά 360 οικογένειες και 1.800 άνθρωποι. Οι περισσότεροι άντρες ασχολούνταν με τη μαστορική. Είναι πατρίδα των περιβόητων πετράδων και μαστόρων που τους τελευταίους 4 αιώνες και μέχρι το 1950 διασπάρθηκαν, οργανωμένοι σε μπουλούκια, σε κοντινούς και μακρινούς προορισμούς (Βαλκάνια, Αμερική, Περσία, Σουδάν κ.ά.) και δημιούργησαν έργα σπάνιας ομορφιάς και τεχνικής αρτιότητας. Πυρσογιαννίτες και Βουρμπιανίτες τεχνίτες με μπουλούκι ογδόντα μαστόρων και Πρωτομάστορα τον Πυρσογιαννίτη Ζιώγα Φρόντζο, έχτισαν το 1871 το γεφύρι της Κόνιτσας. Σήμερα στο χωριό ζουν μόνιμα περίπου 40 κάτοικοι, ενώ το καλοκαίρι πολλοί περισσότεροι. Κύρια απασχόληση των κατοίκων είναι η κτηνοτροφία, η υλοτομία, η παροχή υπηρεσιών, ενώ λιγοστοί συνεχίζουν το πατροπαράδοτο επάγγελμα του τεχνίτη της πέτρας. Περπατώντας στα γραφικά καλντερίμια του χωριού, ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει τα αρχοντικά σπίτια με τις περίτεχνες εξώπορτες και τις πέτρινες βρύσες. Τα περισσότερα σπίτια, σύμφωνα με τις εντοιχισμένες κτητορικές επιγραφές, άρχισαν να κτίζονται γύρω στο 1750. Πολλά από αυτά είναι διώροφα ή και τριώροφα και γύρω τους αναπτύσσονται μικρές πέτρινες πλατείες και καλντεριμωτά σκαλοπάτια και δρομάκια. Επίσης, πολλά σπίτια διαθέτουν ενδιαφέρουσες λιθανάγλυφες παραστάσεις στους τοίχους τους. Το ετήσιο πανηγύρι του χωριού πραγματοποιείται τον Δεκαπενταύγουστο αρχικά στο βουνό, στα σιάδια και στα αλώνια της Παναγιάς των ξενιτεμένων μέχρι το μεσημέρι και ακολούθως, το βράδυ, στην πλατεία του χωριού με ωραία παραδοσιακά τραγούδια και τοπικούς μουσικούς. Ξεχωριστό γλέντι γίνεται και στις 17 και 18 Ιανουαρίου. Ο Άγιος Γεώργιος (1904) είναι κτισμένος στη θέση παλιότερου ναού (1712). Εντυπωσιάζει με την τεχνική, τον όγκο του και το διπλό καμπαναριό του. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο του είναι έργο του τουρνοβίτη -από το διπλανό χωριό Γοργοπόταμος- ταλιαδόρου Βασίλη Σκαλιστή (1926) και ο ζωγραφικός διάκοσμος του Σέρβου αγιογράφου Μιλτιάδη Νίκολιτς. Ο Άγιος Νικόλαος (1772), τρίκλιτη βασιλική με πυργοειδές καμπαναριό και περιστύλιο χαγιάτι, είναι ο παλιότερος ναός του χωριού. Αξιόλογες είναι επίσης και οι εκκλησίες του Αγ. Αθανασίου (1864), του Αγ. Μηνά (1853), η Παναγιά (1867) και η Ανάληψη.

Ο Αθανάσιος Παπαγεωργίου, κλείνοντας τη βιογραφία του, δημοσιεύει τέσσερις στίχους από ένα ποίημα της αγαπημένης του μητέρας τιμής ένεκεν, που είναι το ακόλουθο:

«Τα μάτια μου δεν βλέπουνε

ο νους μου είν’ εντάξει

τα γράμματά μου που’ ν στραβά

κανείς μην τα κοιτάξει».

Κατίνα Παπαγεωργίου, Πυρσόγιαννη 1996