Μενού Κλείσιμο

Γράφας Στέφανος

Ο Στέφανος Γράφας, γιος του Πολύκαρπου Γράφα και της Μαγδαληνής Σβούκα,  γεννήθηκε στην Αθήνα το 1946. Από μικρό παιδί βγήκε στη βιοπάλη, αφού από τα έξι του χρόνια εργαζόταν σε κουρείο και τσαγκαράδικο και πουλούσε κουλούρια, ενώ όταν αποφοίτησε από το Δημοτικό συνέχισε να κάνει διάφορες δουλειές για να είναι αυτάρκης και να μην επιβαρύνει οικονομικά την οικογένειά του. Ξεκίνησε καριέρα ημι-επαγγελματία ποδοσφαιριστή,  σε ηλικία όμως 21 ετών φεύγει για την Αμερική, κυνηγώντας ένα καλύτερο μέλλον. Μετά από σκληρή εργασία επτά χρόνων, ιδρύει την πρώτη του εταιρεία, ενώ στη συνέχεια στρέφεται στον χώρο του Real Estate, στον οποίο δραστηριοποιείται ως σήμερα. Από τον πρώτο του γάμο έχει αποκτήσει δύο παιδιά, τον Πολύκαρπο και τη Μαγδαληνή, ενώ στο πρόσωπο της δεύτερης συζύγου του, Κατερίνας, έχει βρει το άλλο του μισό και ζει την απόλυτη ευτυχία.

 

Οι ρίζες της οικογένειας του βιογραφούμενου χάνονται μέσα στον χρόνο, αφού οι πρόγονοί του πριν από το 1800 ζούσαν στη Μάνη, στη συνέχεια στην Άνδρο και έπειτα στη Σμύρνη. Εκεί γεννήθηκαν και έζησαν οι παππούδες του από τη μεριά του πατέρα του, ο Σοφοκλής και η Καλλιόπη Γράφα. Ο παππούς του ήταν καπνέμπορος και πολύ μορφωμένος άνθρωπος, με υψηλή θέση στην κοινωνία. Στη Σμύρνη γεννήθηκε το 1908 και ο πατέρας του, Πολύκαρπος Γράφας, ο οποίος μεγάλωσε με μια οικογένεια που διέθετε τεράστια περιουσία και που το όνομά της είχε μεγάλη ιστορία στη Σμύρνη. Όμως, με την καταστροφή του 1922 και τον βίαιο ξεριζωμό του ελληνικού στοιχείου από την περιοχή, έχασαν όλη τους την περιουσία και αναγκάστηκαν, όταν έγινε η ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα σε Τούρκους και Έλληνες, να αφήσουν τη γη των προγόνων τους και να έρθουν στην Ελλάδα. Ο πατέρας του και η αδελφή του Πολύκαρπου χάθηκαν μέσα στη φωτιά της σφαγής και εκείνος έφθασε στην Καισαριανή μαζί με τη μητέρα και τα δύο αδέλφια του, ένα κορίτσι και ένα αγόρι. Ο πόνος της μάνας από την απώλεια των αγαπημένων της ήταν αφόρητος, έπρεπε όμως να κάνει κουράγιο για χάρη της κόρης και των δύο γιων που της απέμειναν. Όφειλε να κρατήσει την οικογένειά της ενωμένη και να παλέψει για να ανέβει τον ανήφορο που της επεφύλαξε η μοίρα.

Ο μεγαλύτερος αδελφός του πατέρα του Πολύκαρπου, ο Ευάγγελος Γράφας, είχε φύγει χρόνια πριν για την Αμερική, όπου σπούδασε Αρχιτεκτονική, έκανε οικογένεια και ζούσε με άνεση. Η εποχή που η νύφη του και τα ανίψια του ήρθαν στην Ελλάδα συνέπεσε με την περίοδο της ποτοαπαγόρευσης στις Η.Π.Α κι έτσι ο Ευάγγελος αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα. Βέβαια, στην Ελλάδα η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη και οι πολιτικές αναταράξεις ταλάνιζαν τον τόπο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην έχει πολύ συχνή επαφή με τους πρόσφυγες συγγενείς του.

Η καινούργια ζωή της οικογένειας Γράφα αποδείχθηκε πολύ δύσκολη και δεν έμοιαζε σε τίποτε με εκείνη που είχαν στη Σμύρνη. Δεν έφθανε που έχασαν ό,τι είχαν και δεν είχαν, αλλά ο Πολύκαρπος έπρεπε επειγόντως να εργαστεί, για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Έτσι, αντί να φοιτήσει στο σχολείο, έκανε όποια δουλειά έβρισκε, για να καταφέρει να συντηρήσει την οικογένειά του. Καθώς ήταν άνθρωπος άξιος και ικανός, με θέληση, πείσμα και υπομονή, κατάφερε με τα χρήματα που κέρδισε να παντρέψει την αδελφή του και μετά να φτιάξει και τη δική του ζωή. Στις δυσκολίες που συναντά έρχεται να προστεθεί και ο πόλεμος του `40. Ο Πολύκαρπος κάνει το χρέος του προς την πατρίδα, πολεμώντας γενναία στο Αλβανικό Μέτωπο, όπου υπέστη κρυοπαγήματα όπως εκατοντάδες άλλοι στρατιώτες, κατάφερε όμως να επιστρέψει ζωντανός στο σπίτι του. Είναι η εποχή που η Κατοχή ρίχνει βαριά τη σκιά της στην Ελλάδα, αλλά μέσα στη σκοτεινιά έρχεται ένα φως να σκορπίσει χαρά στη ζωή του. Η γνωριμία του μέσω κάποιων γνωστών με τη Μαγδαληνή, κόρη του Στέφανου και της Βασιλικής Σβούκα, η οποία κατάγεται από τη Ναύπακτο, θα τον γεμίσει ευτυχία και θα τον οδηγήσει σύντομα στον γάμο. Σε λίγους μήνες, γεννιέται ο πρώτος γιος του ζευγαριού, ο Σοφοκλής, ο οποίος όμως πεθαίνει σε βρεφική ηλικία από πνευμονία, γεμίζοντας με πόνο το νεαρό ζευγάρι και προσθέτοντας άλλο ένα αγκάθι στην ήδη πληγωμένη ψυχή του Πολύκαρπου. Ευτυχώς, ο ερχομός της κόρης τους Καλλιόπης το 1945 θα απαλύνει τη θλίψη τους για την ξαφνική απώλεια του πρωτότοκού τους, ενώ η οικογένειά τους θα ολοκληρωθεί το 1946 με την απόκτηση του βιογραφούμενου Στέφανου.

Ο βιογραφούμενος Στέφανος Γράφας γεννήθηκε στην Αθήνα όταν η Ελλάδα ζούσε τις μαύρες ημέρες του Εμφυλίου Πολέμου. Μεγάλωσε στην Καισαριανή και πήγε στο «Σχολείο Βενιζέλου», που χτίστηκε το 1929 και ήταν δωρεά της Έλενας Βενιζέλου, συζύγου του τότε πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου. Ως παιδί ήταν πολύ ζωηρός, γι’ αυτό και τον αποκαλούσαν «Ταρζάν του σχολείου», αλλά ταυτόχρονα έξυπνος, με πολλές ανησυχίες και ιδιαίτερα αγαπητός σε όλους. Του άρεσε πολύ ο αθλητισμός, ειδικά το ποδόσφαιρο. Από τους προγόνους του στη Σμύρνη είχε κληρονομήσει το πείσμα και την επιμονή, αλλά και την υπερηφάνεια, το σθένος και το ήθος που τους διέκρινε. Ήταν πάντα ατρόμητος και δεν υποχωρούσε μπροστά στις δυσκολίες. Στη βιοπάλη βγήκε από πολύ μικρός, αφού από 6 ετών δούλευε σε κουρείο και τσαγκαράδικο και πουλούσε κουλούρια, ενώ όταν τελείωσε το Δημοτικό συνέχισε να κάνει διάφορες δουλειές για να κερδίζει χρήματα και να είναι αυτάρκης. Στη συνέχεια ακολούθησε η στρατιωτική του θητεία στο Πεζικό. Υπηρέτησε στον Έβρο, όπου  φυλούσε τα πυρομαχικά της 1ης γραμμής, μια εμπειρία δυνατή που ατσάλωσε τον χαρακτήρα του, καθώς έμαθε να ζει κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.

Όταν απολύθηκε από τον στρατό, άρχισε να παίζει ποδόσφαιρο ημι-επαγγελματικά στην ομάδα του Εθνικού Αστέρα Καισαριανής, περιμένοντας μια μεταγραφή που όμως δεν ήρθε ποτέ. Αλλά, η ζωή του είχε ετοιμάσει έναν διαφορετικό δρόμο. Ο εξάδελφός του, ο οποίος ζούσε μόνιμα στις Η.Π.Α, του στέλνει πρόσκληση για να πάει κι εκείνος στην Αμερική και ο βιογραφούμενος παίρνει την απόφαση και αναχωρεί το 1967, θέλοντας να κάνει μια νέα αρχή στη ζωή του, αφήνοντας πίσω όλες τις πίκρες και τις στεναχώριες. Μέχρι σήμερα θυμάται την ανακούφιση που αισθάνθηκε όταν απογειώθηκε το αεροπλάνο που θα τον μετέφερε στη χώρα των ευκαιριών και της επαγγελίας.

Όταν έφθασε στη νέα του πατρίδα, ο βιογραφούμενος γνώριζε καλά ότι έπρεπε να δουλέψει σκληρά. Έχοντας ως εφόδια τις αρχές που πήρε από την οικογένειά του, το πείσμα, την αξιοσύνη του αλλά και τη διάθεσή του να πετύχει, άρχισε να εργάζεται σε εργοστάσια ραφής γουνών, σε εστιατόρια και σε όποια άλλη δουλειά έβρισκε. Μετά από επτά χρόνια έκανε επιτέλους το όνειρό του πραγματικότητα, ιδρύοντας μαζί με κάποιους συνεταίρους τη δική του κατασκευαστική εταιρεία.

Το 1969 γνώρισε την πρώτη του σύζυγο, η οποία του χάρισε τον γιο του Πολύκαρπο το 1971 και την κόρη του Μαγδαληνή το 1979, ενώ την ίδια περίοδο, όντας πάντα ανήσυχο πνεύμα, αποφάσισε να δραστηριοποιηθεί στον χώρο του Real Estate. Αποχώρησε από την εταιρεία που είχε ιδρύσει, δίνοντας στους συνεταίρους του το μερίδιό του, και ασχολήθηκε με τον κλάδο στον οποίο εργάζεται με ιδιαίτερη επιτυχία ως σήμερα.

Το 1996 είναι για εκείνον μια πολύ σημαντική χρονιά, αφού τότε γνώρισε τη σύντροφο της ζωής του, την Κατερίνα, τη γυναίκα που αποτελεί το άλλο του μισό σε αυτόν τον κόσμο. Την παντρεύτηκε το 1999 και από τότε εκείνη βρίσκεται πάντα στο πλευρό του, στηρίζοντάς τον σε κάθε του βήμα, ενώ μοιράζονται τόσο τις χαρές όσο και τις δυσκολίες που τους επιφυλάσσει η ζωή. Μαζί καμαρώνουν και για την εξέλιξη των παιδιών του, που μεγάλωσαν και έχουν πάρει τον δικό τους δρόμο. Ο γιος του Πολύκαρπος είναι ιδιοκτήτης λιμουζίνας και συνεργάζεται με άλλες εταιρείες, ενώ παράλληλα εργάζεται και στην εταιρεία Real Estate του πατέρα του, την «P.D.G. Realty Investments Corp.», ενώ η κόρη του εργάζεται σε οφθαλμολογική κλινική.

Ο βιογραφούμενος αγαπά πολύ την Ελλάδα και την επισκέπτεται κάθε χρόνο μαζί με τη σύζυγό του. Για εκείνον είναι το καλύτερο μέρος του κόσμου, γιατί θεωρεί ότι πουθενά αλλού δεν υπάρχει η ομορφιά τούτου του τόπου και της φιλοσοφίας του. Ο Στέφανος Γράφας αποτελεί το χαρακτηριστικό παράδειγμα του ανθρώπου που άφησε την πατρίδα του και ξενιτεύτηκε για να χτίσει ένα καλύτερο μέλλον για τον ίδιο και την οικογένειά του. Έκανε στη ζωή του βήματα σταθερά, έβαζε στόχους και τους εκπλήρωνε, πιστεύοντας πάντα στις δυνάμεις του και στον Θεό.  Στη φαρέτρα του ως όπλα είχε την εργατικότητα, το πείσμα, την εντιμότητα, το ήθος και –κυρίως- την αξιοπρέπεια. Γιατί, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο ίδιος: «Η αξιοπρέπεια δεν πουλιέται και δεν αγοράζεται… Ή την παίρνεις από την οικογένειά σου και την καλλιεργείς ή δεν την έχεις!»