Μενού Κλείσιμο

Δρ. Παναγιώτης Καϊάφας

 

Ο Δρ. Παναγιώτης Καϊάφας γεννήθηκε στις 15 Αυγούστου 1960 στη Νιγηρία. Ο πατέρας του καταγόταν από την Ικαρία και η μητέρα του από τη Βόρειο Ήπειρο, όμως και οι δύο γονείς του έζησαν στην Αίγυπτο και έπειτα στη Νιγηρία, όπου δημιούργησαν την οικογένειά τους. Είναι Χειρουργός Ωτορινολαρυγγολόγος. Είναι παντρεμένος με τη Βασιλική Αναστασοπούλου και έχουν αποκτήσει δύο κόρες, τη Χριστίνα και τη Μαρία.

Ο παππούς του βιογραφούμενου, από την πλευρά του πατέρα του, ονομαζόταν Κωνσταντίνος Καϊάφας. Γεννήθηκε στο Καραβόσταμο, ένα παραθαλάσσιο χωριό της Ικαρίας. Το Καραβόσταμο παλαιότερα ονομαζόταν Καραβοστάσι, επειδή ήταν σημείο αγκυροβόλησης πλοίων. Όπως όλη η Ικαρία, έτσι και το Καραβόσταμο δεχόταν επίθεση από πειρατές. Ο παππούς Κωνσταντίνος έζησε μέχρι τα 18 του χρόνια στην Ικαρία. Πέθανε το 1970. Ήταν παντρεμένος με τη Μαρία, η οποία πέθανε το 1964 σε ηλικία 54 ετών.

Η γιαγιά Μαρία και ο παππούς Κωνσταντίνος έφυγαν νέοι από την Ικαρία. Έζησαν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου παντρεύτηκαν και έκαναν επτά παιδιά. Ο παππούς Κωνσταντίνος εργαζόταν ως μηχανικός αυτοκινήτων, είχε όμως και δικό του μαγαζί. Υπήρχε πολύ μεγάλη ανέχεια, γι’ αυτό και όλα τα παιδιά έφυγαν πολύ νέα προκειμένου να αναζητήσουν την τύχη τους κάπου αλλού.

Από την πλευρά της μητέρας του, παππούς του ήταν ο Αλέξανδρος Τάρμπας, ο οποίος γεννήθηκε στη Βόρειο Ήπειρο το 1890. Πέθανε το 1952, σε ηλικία 62 χρονών. Γιαγιά του ήταν η Πολυξένη Κυριακίδου, η οποία γεννήθηκε το 1910 στην Πρεμετή της Βορείου Ηπείρου. Σε ηλικία πέντε ετών πήγε στη Μανσούρα της Αιγύπτου με τους γονείς της. Στη Μανσούρα γνώρισε τον άντρα της, Αλέξανδρο Τάρμπα, ο οποίος ήταν γαιοκτήμονας με μεγάλες εκτάσεις. Απέκτησαν τρία παιδιά. Το 1953-1954, με νόμο κατασχέθηκε όλη η κτηματική περιουσία τους και η γιαγιά, χωρίς τίποτα, αναγκάστηκε να φύγει και ήρθε στον Πειραιά το 1963-1964. Ο παππούς πέθανε στη διάρκεια των δυσάρεστων γεγονότων της κατάσχεσης της περιουσίας τους. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, η γιαγιά Πολυξένη ζούσε στην Καστέλλα. Σαν άνθρωπος είχε πυγμή και ας πέρασε δύσκολα χρόνια, μένοντας χήρα σε ηλικία 30 ετών, μεγαλώνοντας μόνη τρία παιδιά. Το τέλος της ζωής της τη βρίσκει στο Χαλάνδρι Αττικής, όπου πέθανε το 1984 σε ηλικία 74 ετών.

Ο πατέρας του βιογραφούμενου, Αναστάσιος Καϊάφας, ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας. Πέρασε όλα του τα σχολικά χρόνια στην Αλεξάνδρεια. Η κοινωνική πρόνοια βοηθούσε την οικογένεια οικονομικά. Εργαζόταν από μικρή ηλικία να για μπορεί να βοηθάει την οικογένεια. Σε ηλικία 18 ετών ήρθε στην Αθήνα, θέλοντας να γίνει γιατρός. Έκανε μεγάλες θυσίες και αγώνα, αλλά εγκατέλειψε την προσπάθεια έπειτα από δύο χρόνια, διότι η οικονομική στήριξη από τον μεγαλύτερο αδερφό του, ο οποίος του έστελνε χρήματα από τη Νιγηρία, δεν επαρκούσε. Έτσι, πήγε και αυτός στη Νιγηρία και ασχολήθηκε με το εμπόριο ξυλείας, μαζί με τον αδερφό του.

Οι κόποι τους ευόδωσαν και έτσι δημιούργησε εργοστάσιο παραγωγής καουτσούκ, στο οποίο γινόταν επεξεργασία της πρωτογενούς ύλης και έκαναν παραγωγή και εξαγωγή φύλλων καουτσούκ κατά κύριο λόγο στην Αγγλία, από το 1958 έως το 1974.

Σε ένα ταξίδι του στην Αίγυπτο για επίσκεψη στους γονείς του στην Αλεξάνδρεια, του έκαναν προξενιό με τη Χριστίνα Τάρμπα, την οποία παντρεύτηκε άμεσα, μέσα σε 5 μόλις εβδομάδες, το 1959, φεύγοντας μαζί της για τη Νιγηρία.

Η οικογένεια δημιουργήθηκε, ουσιαστικά, στη Νιγηρία. Ο πατέρας του βιογραφούμενου ξεκίνησε από το μηδέν. Ήταν απόλυτα αυτοδημιούργητος, περνώντας δύσκολα χρόνια λόγω της πολύ σκληρής δουλειάς αλλά και των δύσκολων συνθηκών διαβίωσης. Ο Αναστάσιος και η Χριστίνα απέκτησαν τρία παιδιά.

Τον δεκαπενταύγουστο του 1960, ημέρα γιορτής της Ορθοδοξίας για τους Έλληνες και ημέρα του εορτασμού της Ανεξαρτησίας της Νιγηρίας από τους Άγγλους, γεννήθηκε ο βιογραφούμενος Παναγιώτης Καϊάφας. Το 1962 γεννήθηκε η Αλεξάνδρα και το 1965 η Άννα-Μαρία. Ο Παναγιώτης έχει ευχάριστες μνήμες από τα πρώτα χρόνια της ζωής του και μέχρι τα 7, όπου ζούσε σε ένα προστατευμένο περιβάλλον, με την παρουσία του πατέρα να κυριαρχεί στην αρχή και μετά να αναλαμβάνει περισσότερο η μητέρα του.

Στη Νιγηρία υπήρχε ελληνική παροικία. Το σπίτι της οικογένειας Καϊάφα ήταν στο Σάπελε, όπου η φύση ήταν πλούσια εμπνέοντας και οδηγώντας το μυαλό του βιογραφούμενου σε έντονες εξερευνήσεις, γεμίζοντας με γλυκές αναμνήσεις τα προσχολικά του χρόνια. Ωστόσο, η Νιγηρία δεν έπαυε να είναι ένα επικίνδυνο μέρος, που έκρυβε πολλαπλούς κινδύνους. Η οικογένεια ήταν σε μόνιμη εγρήγορση, με τη μητέρα του βιογραφούμενου να είναι πολύ προστατευτική με τα παιδιά. Ο βιογραφούμενος θυμάται το σπίτι τους στο Σάπελε, μέσα στην άγρια ζούγκλα της Νιγηρίας, όπου ο κίνδυνος από άγρια ζώα και ερπετά ήταν καθημερινός. Επικίνδυνοι, όμως, ήταν και κάποιοι ντόπιοι, άγριοι άνθρωποι με άγριες διαθέσεις. Ο πατέρας είχε κινδυνεύσει αρκετές φορές και έτσι ήταν πάντα σε εγρήγορση.

Τα παιδικά χρόνια του, από τα 7 έως τα 14 του, ο βιογραφούμενος τα πέρασε με τη γιαγιά Πολυξένη στην Καστέλλα. Το 1968 μετακομίζουν με τη γιαγιά στο Χαλάνδρι. Η γιαγιά Πολυξένη φροντίζει και ουσιαστικά μεγαλώνει τα παιδιά. Μαζί τους ζούσε και η προγιαγιά Αλεξάνδρα, η οποία ήταν υπέργηρη. Ήταν μια γυναίκα αυστηρή. Το βασικό όμως πρόβλημα ήταν η απουσία των γονιών, η οποία ήταν πολύ έντονη. Οι γονείς του ζούσαν εκείνα τα χρόνια στη Νιγηρία.

Στο πραξικόπημα της Νιγηρίας το 1974, δημεύονταν περιουσίες και η οικογένεια έχασε τα πάντα, εκτάσεις, σπίτι και εργοστάσιο. Έτσι, η ιστορία επαναλαμβάνεται. Ευτυχώς, ο πατέρας είχε προνοήσει να στείλει ένα εξάμηνο πριν τη γυναίκα του και τα παιδιά του πίσω στην Ελλάδα, μένοντας πίσω προσπαθώντας να σώσει ό,τι μπορούσε από την περιουσία τους. Ήρθε στην Ελλάδα το 1975, κατεστραμμένος οικονομικά. Έτσι η οικογένεια έσμιξε ξανά. Είχε, όμως, ακόμα δυνάμεις και μαζί με τα αδέρφια του έκανε ένα νέο ξεκίνημα. Έστησαν οικοδομικές επιχειρήσεις, στις οποίες απασχολήθηκαν για μία πενταετία, έως το 1978-1979. Έπειτα, έκανε μια νέα επιχειρηματική κίνηση, δημιουργώντας το “BRASIL” στο Χαλάνδρι, όπου εμπορευόταν καλλυντικά και είδη δώρων. Έκανε οικονομικά ανοίγματα και νοίκιασε το κεντρικότερο κατάστημα στο Χαλάνδρι, μετατρέποντάς το σε κατάστημα καλλυντικών. Η οικογενειακή επιχείρηση πήγε πολύ καλά, έχοντας μεγάλη επιτυχία μέχρι το 1985, που θεσπίστηκε ο ΦΠΑ σαν χρέωση στον πελάτη, οπότε οι συνθήκες της εποχής οδήγησαν σε οικονομική καταστροφή. Στη συνέχεια, ο Αναστάσιος Καϊάφας συνταξιοδοτήθηκε.

Τα χρόνια της οικονομικής καταστροφής της οικογένειας, ο βιογραφούμενος Παναγιώτης Καϊάφας ήταν 22 ετών, φοιτητής Ιατρικής στην Αθήνα. Η αναταραχή που επικράτησε στην οικογένεια δεν φάνηκε να τον επηρεάζει, καταφέρνοντας να ολοκληρώσει με επιτυχία τις σπουδές του. Το 1986, υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία για 18 μήνες ως προστάτης.

Το 1987 παντρεύτηκε τη Βασιλική Αναστασοπούλου, η οποία κατάγεται από την Ξάνθη και είναι καθηγήτρια Αγγλικής Φιλολογίας. Το 1987 γεννήθηκε η κόρη τους, Χριστίνα. Είναι πτυχιούχος του Πολιτικού Τμήματος της Νομικής Σχολής Αθήνας. Το 1991 γεννήθηκε η Μαρία, η οποία είναι πτυχιούχος της Γεωπονικής Σχολής της Αθήνας.

Ο βιογραφούμενος εκτιμούσε πάντα την αρετή και την τόλμη των γονιών του, οι οποίοι κατάφεραν να δημιουργήσουν και να ορθοποδήσουν από το τίποτα. Ωστόσο, παραμένει μέσα του ένα συναίσθημα απώλειας για τα παιδικά του χρόνια.

Ο Παναγιώτης Καϊάφας θεωρεί ότι οι Έλληνες του εξωτερικού παραμένουν βαθύτατα Έλληνες στην ψυχή. Προβληματίζεται για το μέλλον των κοριτσιών του και πως θα είναι μια γενιά η οποία δεν θα μπορέσει να ορθοποδήσει στην Ελλάδα και αναγκάζεται να ζει και να εργάζεται το εξωτερικό. Εφόδια, όμως, για τη ζωή είναι πάντα οι σπουδές, οι οποίες ανοίγουν τους ορίζοντες και τις προοπτικές για ένα καλύτερο μέλλον.