Πελασγία Φθιώτιδας

Πελασγία Φθιώτιδας

Η ιστορία της Πελασγίας, κωμόπολης στην Ανατολική Φθιώτιδα, χάνεται στα βάθη των αιώνων. Τα πιο παλιά χρόνια ονομαζόταν Γαρδίκι (τουρκοκρατία) και Γαρδίκιον Κρεμαστής Λαρίσης. Στα 1926, το Δημοτικό Συμβούλιο του Γαρδικίου Κρεμαστής Λαρίσης, από το φρούριο, με Πελασγικά τείχη, το οποίο σώζεται, ακόμη, και φέρει ανά διαστήματα πύργους, τρεις πύλες και μια πυλίδα, αποφάσισε η κωμόπολη να λάβει το όνομα Πελασγία. Η Πελασγία είναι η τελευταία κωμόπολη στην Ανατολική Φθιώτιδα, η οποία συμπίπτει με μέρος στην αρχαία Φθία, περιοχή που έφτανε μέχρι και τα Φάρσαλα, του σημερινού Νομού Λαρίσης, τη Νέα Αγχίαλο (Φθιώτιδες Θήβες) της σημερινής Μαγνησίας και τους Ωραιούς της Εύβοιας. Οι Πελασγοί ζούσαν στην Ελλάδα αιώνες πριν την κάθοδο Ιώνων και Αχαιών (2000 - 1400 π.Χ.). Κατά την ελληνική Μυθολογία, ήταν απόγονοι του Πελασγού, γιου τού Δία και της Νιόβης, απ’ όπου ονομάσθηκαν, μετά, Πελασγοί. Ο Πελασγός και η κόρη τού Ωκεανού, Μελίβοια (ή, κατ’ άλλους, με την Κυλλήνη) γέννησαν τον Λυκάονα,  ο οποίος, με πάρα πολλές γυναίκες, απέκτησε  50 γιους: Θεσπρωτό, Μάκεδνο (Μακεδονία), Μαίναλο, Φθίο (Φθία), Λύκιο, Ορχομενό, κι έτσι οι Πελασγοί εξαπλώθηκαν σε όλη την Ελλάδα, η οποία, αρχικώς, ονομαζόταν Πελασγία και οι κάτοικοί της Πελασγοί: «Της νυν Ελλάδος, πρότερον δε Πελασγίης καλουμένης». (Ηρόδοτος, B΄ 54-57). Πελασγός, κατά τη μία εκδοχή, είναι σύνθεση των λέξεων «πέλα», που σημαίνει σιμά, και «άγω» = οδηγώ, δηλαδή οδηγώ τον λαό μου κάπου σιμά, με την προοπτική εξεύρεσης τροφής και νερού. Κατά τη δεύτερη εκδοχή, του 1958, προέρχεται από τις λέξεις «bhel» και «osgho» της «Ινδο-ευρωπαϊκής» Γλώσσας, που σήμαινε ανθισμένο κλαδί, απ’ όπου, ίσως, να επικράτησε, στην Πελασγία, κι ο λεγόμενος «Απάν Χορός», που θύμιζε ανοιγμένο στάχυ ή λουλούδι και χορευόταν άνοιξη, μα και σε άλλες τοπικές γιορτές μέχρι, και το έτος 1970. Η ονομασία Πελασγοί - Πελασγία ίσως να προέρχεται κι απ’ ευθείας από τον Πελασγό, Γενάρχη της φυλής, που το όνομά του σήμαινε πνεύμα που είχε τη δυνατότητα να κάνει τα κλαδιά ν’ ανθίζουν.